Καλιρόη της κερασιάς και της αχλαδιάς (Caliroa cerasi) | PellaNews

Καλιρόη της κερασιάς και της αχλαδιάς (Caliroa cerasi)

Σάββας Σ. Παστόπουλος1, Κωνσταντίνος Α. Καζαντζής2, Παναγιώτης Γ. Ξαφάκος3

1: Γεωπόνος MSc, Ν. Μυλότοπος Γιαννιτσών (spagric@yahoo.gr)

2: ΕΛ.Γ.Ο. “ΔΗΜΗΤΡΑ”, Ινστιτούτο Γενετικής Βελτίωσης και Φυτογενετικών Πόρων, Τμήμα Φυλλοβόλων Οπωροφόρων Δένδρων Νάουσας

3: Ειδικός Δενδροκόμος, Εθνικής Αντίστασης 71, Σκύδρα

 

                Ένας πολύ ύπουλος εχθρός των καλλιεργειών, ειδικά στην κερασιά και την αχλαδιά, είναι η καλιρόη ή γλοιώδες σκουλήκι Caliroa cerasi (Linnaeus) (Hymenoptera: Tenthredinidae) (Χατζηχαρίσης και Καζαντζής, 2014). Το έντομο έχει παγκόσμια εξάπλωση και εμφανίζεται ως εχθρός σε όλες τις ηπείρους (Quero-Garcia et al., 2017). Στους κερασεώνες εμφανίζεται αργά το καλοκαίρι και μπορεί να προκαλέσει εκτεταμένες καταστροφές στο φύλλωμα με σημαντική μείωση της φωτοσυνθετικής ικανότητας του φυτού. Ο Carl (1972; 1976) κατέδειξε την ανάγκη της χημικής αντιμετώπισης του εντόμου. Σύμφωνα με το Alford (2007) προσβάλει κυρίως την αχλαδιά και την κερασιά.

                Το ενήλικο αυτό υμενόπτερο, είναι μαύρο γυαλιστερό και κοντόχοντρο. Έχει μήκος από 5-6,5 χιλ., με πτέρυγες διαφανείς που σε πλήρη ανάπτυξη αγγίζουν τα 11 χιλ. Τα αρσενικά είναι ελάχιστα σε σχέση με τα θηλυκά που αναπαράγονται κατά το πλείστον παρθενογενετικά (Τζανακάκης και Κατσόγιαννος, 2003). Η προνύμφη είναι πεπλατυσμένη και ανοιχτοπράσινη στην αρχή, στην πορεία παράγει μία μαυροϊώδη έως καστανόμαυρη βλέννα η οποία δίνει στο έντομο μία γλοιώδη μαύρη όψη (Φωτογραφία 1). Η προνύμφη έχει στο τελικό στάδιο πράσινο χρώμα και διακριτά 3 ζεύγη θωρακικά πόδια καθώς και αρκετά ψευδοπόδα, 7-8 ζεύγη (Jones και Davis, 2011). Τέλος, το αυγό είναι ωοειδές κίτρινο με μήκος 0,5 χιλ.

 

Φωτογραφία 1. Προσβολή φύλλου κερασιάς από Caliroa cerasi.

                Το έντομο στην Ελλάδα έχει δύο γενιές το έτος, το ίδιο ισχύει για την Γαλλία, την Ιταλία και την Καλιφόρνια των Η.Π.Α. Την άνοιξη το θηλυκό με τον πριονωτό ωοθέτη εισάγει ένα ή και περισσότερα αυγά στην κάτω επιφάνεια του φύλλου. Η νεαρή προνύμφη τρέφεται με την άνω επιδερμίδα και το παρέγχυμα για περίπου δυο εβδομάδες (Φωτογραφίες 1 και 2). Έπειτα πέφτει στο έδαφος και νυμφώνεται. Μετά από περίπου δύο εβδομάδες, εμφανίζονται τα ενήλικα της δεύτερης γενιάς. Η δεύτερη γενιά έχει την ίδια συμπεριφορά με την πρώτη. Το φθινόπωρο οι προνύμφες πέφτουν στο έδαφος και νυμφώνονται για να διαχειμάσουν (Antonelli, 1989; Τζανακάκης και Κατσόγιαννος, 2003).

                Το έντομο λόγω της πολύ εύκολης αντιμετώπισης που έχει, δεν μελετήθηκε επαρκώς σε ότι αφορά τις βιολογικές μεθόδους καταπολέμησής του. Ωστόσο, έρευνες έδειξαν ότι το έντομο Lathrolestes luteolator (Gravenhorst) είναι σοβαρός εχθρός της καλιρόης. Στην Ευρώπη έχουν καταγραφεί υψηλά ποσοστά παρασιτισμού (90%) των προνυμφών (Hill και Valentine, 1989). Το 2010 έγινε η σημαντικότερη έρευνα επάνω στην βιολογική αντιμετώπιση του εντόμου, η οποία βασίστηκε στη χρήση προϊόντων με έγκριση στη βιολογική γεωργία στη Νέα Ζηλανδία. Τα προϊόντα αυτά ήταν ο Καολίνης (Surround WP), το θειασβέστιο, ο φυσικός πύρεθρος και εκχύλισμα του φυτού Azadirachta indica. Όλα τα προϊόντα έδωσαν ικανοποιητικό έλεγχο του εντόμου περιορίζοντας σημαντικά την ζημιά που προκαλεί. Ο καολίνης είχε καλύτερα αποτελέσματα από τις υπόλοιπες εφαρμογές (Wearing et al., 2011). Τέλος, ο εντομοπαθογόνος μύκητας Beauveria bassiana προκάλεσε 100% θανάτωση των εντόμων όταν εφαρμόστηκε στο εργαστήριο. Ειδικότερα, προνύμφες καλιρόης εκτέθηκαν σε ψεκασμένα φύλλα με τον μύκητα. Η θανάτωση περιήλθε σε περίπου 3 ημέρες (Aslantas et al., 2008).

Φωτογραφία 2. Γενική εικόνα έντονης προσβολής δένδρου κερασιάς από Caliroa cerasi.

                Στην ολοκληρωμένη διαχείριση (IPM), πρέπει να γίνεται αξιολόγηση της επικινδυνότητας της προσβολής και να οριστεί από τον τεχνικό ένα όριο ανεκτής πυκνότητας. Η χημική καταπολέμηση πρέπει να είναι η έσχατη λύση για να μην διαταραχθούν οι πληθυσμοί των ωφέλιμων εντόμων. Τα περισσότερα πυρεθρινοειδή εντομοκτόνα είναι αποτελεσματικά στην καταπολέμηση του εντόμου, σύμφωνα πάντα με τις εκάστοτε εγκρίσεις του ΥΠ.Α.Α.Τ.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Alford D.V. (2007). Pests of Fruit Crops, A Color Handbook, Second Edition. CRC Press. Boca Raton, FL, 462 pp.

Antonelli A. (1989). Pear Slug. WSU Cooperative Extension Bulletin EB 1369.

Aslantas R., Cafer E., Rustem H. (2008). Beauveria bassiana pathogenicity to the cherry slugworm, Caliroa cerasi (Hymenoptera: Tenthredinidae) larvae. World Journal of Microbiology and Biotechnology. 24, 119-122. 10.1007/s11274-007-9447.

Carl K.P. (1972). On the Biology, Ecology and Population Dynamics of Caliroa cerasi (L.) (Hym. Tenthredinidae). Z. ang. Ent. 71: 55-83.

Carl K.P. (1976). The natural enemies of the pear slug, Caliroa cerasi (L.) (Hynm. Tenthredinidae), in Europe. Z. ang. Ent. 80: 138-161.

Hill R.L., Valentine E.W. (1989). Caliroa cerasi (L.), cherryslug (Hymenoptera: Tenthredinidae). In: Cameron PJ, Hill RL, Bain J, Thomas WP. A review of biological control of invertebrate pests and weeds in New Zealand 1874 to 1987. Chapter 26. Technical communication, CAB International Institute of Biological Control 10.Wallingford, UK, CAB International, Pp. 147152.

Jones V., Davis R. (2011). Pear Sawfly (Caliroa cerasi). Published by Utah State University Extension and Utah Plant Pest Diagnostic Laboratory ENT-150-11 Revised September 2011.

Quero-Garcia J., Iezzoni A., Pulawska J., Lang G. (2017). Cherries: Botany, Production and Uses. GAB International, Pp 322.

Τζανακάκης Μ., Κατσόγιαννος Β. (2003). Έντομα καρποφόρων δέντρων και αμπέλου. Εκδόσεις ΑγροΤύπος Α.Ε.

Wearing C.H., Marshall R.R., Attfield B.A., Colhoun K. (2011). Insecticidal control and the phenology of cherryslug (Caliroa cerasi L.) (Hymenoptera: Tenthredinidae) on organic pears in Central Otago, New Zealand Journal of Crop and Horticultural Science, 39:3, 187-201, DOI: 10.1080/01140671.2011.566884.

Χατζηχαρίσης Ι., Καζαντζής Κ. (2014). Η κερασιά και η καλλιέργειά της. Εκδόσεις ΑγροΤύπος Α.Ε., Αθήνα, σελ. 257-258.