«Ευφυής Γεωργία»: Η Καινοτομία στην Πρωτογενή Παραγωγή

*του Κώστα Μπαλτζή

Χαρακτηριστικοί οι αριθμοί για την πρωτογενή παραγωγή και ειδικότερα τη Γεωργία στην Ελλάδα. Ο γεωργικός τομέας συμβάλλει στο ΑΕΠ της χώρας μας σε ποσοστό της τάξης του 3%, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του ’70 άγγιζε το 20%, καλύπτει δε περίπου το 15% της απασχόλησης με το 1/6 αυτής να έχει το χαρακτήρα της πλήρους και αποκλειστικής. Ιδιαίτερης μνείας αξίζει όμως η αναφορά στην απόδοση της καλλιεργούμενης γης. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, στη χώρα μας αξιοποιούνται σε αγροτικές καλλιέργειες 37 εκατ. στρέμματα με ετήσια παραγωγή αγροτικών προϊόντων ύψους 7 δις και απόδοση 190 ευρώ ανά στρέμμα, ενώ, καθαρά ενδεικτικά, στην Ολλανδία και το Ισραήλ τα αντίστοιχα νούμερα είναι 45 εκατ. στρέμματα με αξία παραγωγής 74 δις και στρεμματική απόδοση 1650 ευρώ ανά στρέμμα, και 5.8 εκατ. στρέμματα με ετήσια παραγωγή ύψους 7.5 δις και στρεμματική απόδοση 1300 ευρώ ανά στρέμμα, με τη σχέση παραγωγικότητας της Ελλάδας προς τις δύο χώρες να μεταφράζεται σε 1:9 και 1:7, αντίστοιχα.

Προφανώς τα τελευταία νούμερα δεν είναι ενθαρρυντικά, πολύ περισσότερο για τους κατοίκους των καθαρά αγροτικών περιοχών. Και αδιαμφισβήτητα οι παθογένειες είναι αρκετές, οι δε λόγοι που οδήγησαν και συντηρούν μία ζοφερή κατάσταση με άμεσες συνέπειες όχι μόνο στις αγροτικές οικογένειες αλλά συνολικά στον κοινωνικό ιστό, ακόμη περισσότεροι. Σκοπός όμως του παρόντος άρθρου δεν είναι η ανάδειξη των ανωτέρω αλλά η αναφορά σε μία εκ των προτάσεων η οποία θα μπορούσε, όχι βέβαια να αναστρέψει πλήρως το αρνητικό κλίμα, αλλά να αποτελέσει μία έστω και μερική λύση στο πρόβλημα, την «Ευφυή Γεωργία» (προς χάριν συντομίας, θα αναφέρεται ως ΕΓ στη συνέχεια). Τι είναι όμως η ΕΓ; Ένας ικανοποιητικός ορισμός είναι πως η ΕΓ είναι η ολιστική διαχείριση της αγροτικής δραστηριότητας στην οποία εφαρμόζονται συνδυαστικά καινοτόμες τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών (αισθητήρες, drones, δορυφόροι, 4G/5G δίκτυα, GIS συστήματα, BigData, cloudcomputing, InternetofThings, συστήματα μεταβλητών εφαρμογών, αυτοματοποιημένα συστήματα πλοήγησης, κ.α.) αρχικά για τη συλλογή, μετάδοση και επεξεργασία πληροφοριών με σκοπό τη βελτιστοποίηση επιλεγμένων παραμέτρων σχετικών με την καλλιέργεια και, σε δεύτερη φάση, την αυτοματοποιημένη παρέμβαση στο χωράφι. Οι κύριες στοχεύσεις αυτής είναι η αύξηση της απόδοσης της παραγωγής, η βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων, η μείωση του κόστους παραγωγής με την ορθολογική και αποτελεσματικότερη χρήση λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων, νερού, ενέργειας, ανθρώπινων πόρων, μηχανημάτων και λοιπών υλικοτεχνικών υποδομών, η προστασία του εδάφους και των υδάτινων πόρων, και η εξασφάλιση της ασφάλειας των τροφίμων.

Ποιο είναι όμως σήμερα το τοπίο στη χώρα μας αναφορικά με την ΕΓ; Αναντίρρητα, βρισκόμαστε σε πρώιμο στάδιο. Και αυτό γίνεται αντιληπτό όχι μόνο από τις περιορισμένη εφαρμογή τεχνικών ΕΓ αλλά και από το ότι σημαντική μερίδα των ελλήνων αγροτών είτε δεν έχουν γνώση, είτε αποφεύγουν την ενασχόλησή τους με το αντικείμενο. Πέραν κάποιων ιδιωτικών πρωτοβουλιών και περιορισμένου πλήθους υλοποιήσεων σε ορισμένες περιοχές της χώρας μας και για επιλεγμένες καλλιέργειες, μόνο οι πιλοτικές εφαρμογές και οι ερευνητικές μελέτες ακαδημαϊκών και λοιπών επιστημονικών φορέων δείχνουν ότι «κάτι κινείται». Σε κυβερνητικό δε επίπεδο, τώρα έχει αρχίσει να εκφράζεται ουσιαστικό ενδιαφέρον με την ανακοίνωση της άμεσης υλοποίησης του έργου «Ψηφιακός μετασχηματισμός του γεωργικού τομέα» το οποίο αφορά την παρακολούθηση καλλιεργειών σε 15 εκατ. στρέμματα από 6500 επίγειους σταθμούς για συλλογή δεδομένων για το έδαφος, τον αέρα και το νερό, τα οποία κατόπιν κατάλληλης επεξεργασίας θα προσφέρονται στους αγρότες και την ακαδημαϊκή κοινότητα και ενδεχομένως, μέσω ειδικών συμφωνιών, και σε λοιπούς ενδιαφερόμενους ιδιώτες, ενός έργου από το οποίο αναμένεται να ωφεληθούν περί των 450.000 αγροτών.

Το ζητούμενο όμως είναι το τι μέλλει γενέσθαι. Η εμπειρία έχει δείξει πως οι εφαρμογές τεχνικών ΕΓ οδηγούν σε μείωση κόστους που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνάει ακόμη και το 40%, το οποίο σε συνδυασμό με τη δυνατότητα βελτίωσης της ποιότητας των προϊόντων καθιστά πασιφανές το οικονομικό όφελος του αγρότη. Μειονέκτημα βέβαια αποτελεί το απαιτούμενο αρχικό κόστος υλοποίησης και εφαρμογής των συγκεκριμένων τεχνικών –να επισημανθεί πως συν το χρόνο αυτό μειώνεται λόγω και της ωρίμανσης των υιοθετούμενων τεχνολογιών– θέτοντας σειρά ζητημάτων, όπως, επί παραδείγματι, για το ρόλο του κράτους και της Ε.Ε. στη χρηματοδότηση σχετικών προσπαθειών ή/και την παροχή επιπλέον κινήτρων, π.χ. μέσω ενός ευνοϊκότερου φορολογικού καθεστώτος, προς άμεσα και έμμεσα εμπλεκομένους, ή για τις δυνατότητες συμβολής στη στήριξη ανάλογων εγχειρημάτων μέσω της δημιουργίας και λειτουργίας ομάδων παραγωγών ή/και συνεταιριστικών κινήσεων. Απαραίτητη βέβαια καθίσταται η ενημέρωση αλλά κυρίως η επιμόρφωση αγροτών και γεωτεχνικών που με τη σειρά τους επιβάλλουν την ουσιαστική ενσωμάτωση της ΕΓ στην εκπαίδευση και κατάρτιση μα ταυτόχρονα ανοίγει νέους ορίζοντες στην Τριτοβάθμια αλλά και στην Τεχνική και Μεταλυκειακή Εκπαίδευση. Και προχωρώντας ένα περαιτέρω βήμα, θα μπορούσε η ίδια η χώρα μας, οι επιστήμονες και ερευνητές μας να είναι αυτοί που θα παράγουν και εξάγουν τεχνογνωσία και τεχνολογία σε εσωτερικό και εξωτερικό. Στα παραπάνω δε, οφείλουμε να προσθέσουμε και τη δυνατότητα αξιοποίησης των όσων θετικών αποκομιστούν από την προστασία του περιβάλλοντος, τον περιορισμό της σπατάλης των φυσικών πόρων, όπως και τη περαιτέρω διασφάλιση της υγείας του καταναλωτή, παράγοντες με όχι άμεσα οικονομικό αλλά σίγουρα με έντονο κοινωνικό αντίκτυπο.

Κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει τη σημασία της πρωτογενούς παραγωγής γενικότερα, και του αγροδιατροφικού τομέα ειδικότερα, για τη χώρα μας, το ρόλο που μπορεί αυτός να παίξει στην ανάπτυξη αλλά και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής, πολύ περισσότερο σε περιοχές στις οποίες η οικονομική δραστηριότητα είναι άμεσα συνυφασμένη με τον πρωτογενή τομέα. Όπως και κανείς δε μπορεί να μην αποδεχτεί την ύπαρξη αισθητών προβλημάτων αλλά ταυτόχρονα και την παρουσία πραγματικής διάθεσης για την επίλυσή τους. Πολιτική βούληση υπάρχει, οι ικανότητες των δυνάμει εμπλεκομένων είναι μη αμφισβητήσιμες. Δεν αρκούν όμως αυτά, όπως δεν αρκούν τα ευχολόγια. Απαιτούνται σοβαρές προτάσεις και ορθολογικές και μεθοδικές κινήσεις. Και ας αναρωτηθούμε: Είναι η είσοδος των αγροτών μας στην «Ευφυή Γεωργία» και την ψηφιακή εποχή μία αξιόλογη προοπτική; Προσωπική μου, και όχι μόνο, εκτίμηση πως ναι, αρκεί να γίνει και πράξη.

* Ο Κώστας Μπαλτζής είναι Διδάκτωρ και μέλος του Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού του Τμήματος Φυσικής του ΑΠΘ με ειδίκευση στις Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών, και Συντονιστής της Θεματικής Ομάδας ΚΑΛΟ & Ανάπτυξης του Τμήματος Οικονομικής Πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ, Κ Μακεδονίας.