Μπορεί η πολιτεία να κρατήσει "ρόλο-κλειδί" στην ενεργειακή πολιτική;

του Ρούλη Κοκελίδη*

Οταν τον Αύγουστο του 1950 αποφασίστηκε η ίδρυση της ΔΕΗ, ο χώρος της ηλεκτρικής ενέργειας ήταν πλήρως ιδιωτικοποιημένος. Δεκάδες επιχειρήσεις παρήγαν ενέργεια χωρίς κανέναν σχεδιασμό και προγραμματισμό. Τα προβλήματα πολλά, κυρίως λόγω αδυναμίας σύνδεσης των δικτύων μεταξύ τους, αξιοποίησης των κοιτασμάτων του λιγνίτη και του υδάτινου πλούτου της χώρας.

Με έμφαση στους εγχώριους ενεργειακούς πόρους, η δημιουργία της ΔΕΗ και η εξαγορά όλων των ιδιωτικών εταιρειών ήταν μια εξέλιξη καταλυτική για τον εξηλεκτρισμό της χώρας και τη στήριξη στην ανάπτυξη της πατρίδας μας. Η συμβολή των εργαζομένων, ουσιαστική.

Απουσίαζε ωστόσο ο ενεργειακός στρατηγικός σχεδιασμός - ένα διαχρονικά μεγάλο κενό το οποίο αποφάσισε να καλύψει η σημερινή κυβέρνηση.

Ο ενεργειακός σχεδιασμός είναι αποτέλεσμα συστηματικής επιστημονικής μελέτης, ουσιαστικού διαλόγου, με ευρύτατη συμμετοχή, για να ξεκαθαρίσει με ουσιαστικό τρόπο το ενεργειακό μείγμα. Θα μπορούσε λοιπόν να είναι, μετά το τέλος των μνημονίων, η πρώτη μεγάλη πρόκληση για το πολιτικό σύστημα: να συμβάλει στην κινητοποίηση της ελληνικής κοινωνίας για το ξεπέρασμα της κρίσης στο πλαίσιο μιας εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής.

Ο ενεργειακός τομέας μεταβάλλεται πολύ γρήγορα και, παρά τα προβλήματα που επιφέρει η πώληση μονάδων της ΔΕΗ και άλλων δημόσιων υποδομών ενέργειας, υπάρχουν ουσιαστικές δυνατότητες να κρατήσει η πολιτεία έναν ρόλο-κλειδί στην ενεργειακή πολιτική.

«Η Ελλάδα πρέπει επιτέλους να αλλάξει σελίδα, να ξεπεράσει τις παθογένειες της οικονομίας και να αξιοποιήσει τις πλουτοπαραγωγικές δυνατότητές της. Το μοντέλο των υπηρεσιών και του τουρισμού δεν είναι ικανό για να κερδίσουμε το στοίχημα της οικονομικής μεγέθυνσης.

Να ενώσουμε τις προσπάθειές μας για να ξανασταθεί η Ελλάδα στα πόδια της με πρωταγωνιστές τους νέους και τον κόσμο της εργασίας», έχει τονίσει επανειλημμένα ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας. Κοντολογίς, πρέπει να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στην επίτευξη μεγάλων ρυθμών ανάπτυξης και ουσιαστικής μείωσης της ανεργίας, ιδιαίτερα της νεολαίας.

Μετά το τέλος των μνημονίων η χώρα, για την επούλωση των πληγών που δημιουργήθηκαν από την υπανάπτυξη, την άγρια λιτότητα και τη φτωχοποίηση, πρέπει να αναζητήσει μονοπάτια ανάπτυξης, να πιστέψει ξανά, περισσότερο από ποτέ, στον εαυτό της.

Με επίκεντρο την κοινωνία, να ξεπεράσουμε τον νεοφιλελευθερισμό, προωθώντας την ενεργητική ανάπτυξη, την πρόοδο, την εργασία, το κράτος πρόνοιας, τη νέα γενιά, τις ζωντανές παραγωγικές δυνάμεις, τη δίκαιη και βιώσιμη εξέλιξη. Η επαναφορά της εργασιακής κανονικότητας και αξιοπρέπειας, η ενεργοποίηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η αύξηση του κατώτατου μισθού και η σταδιακή μεταβολή προς τα πάνω των κατώτατων μισθών θα συμβάλουν στην αναζωογόνηση της ελληνικής οικονομίας.

Ο ρόλος της νεολαίας και του επιστημονικού δυναμικού είναι καθοριστικός στην προοπτική μιας δυναμικής ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, η οποία απαιτείται να κάνει άλματα. Οι μεγάλοι ρυθμοί ανάπτυξης επιβάλλουν τη διεύρυνση των παραγωγικών δυνατοτήτων.

Η έρευνα, η τεχνολογία και η καινοτομία είναι τα ζητούμενα. Επείγει ως εκ τούτου η ενεργοποίηση της πολιτείας για μια εξειδικευμένη στρατηγική πολιτική με συγκεκριμένες στοχεύσεις και μεγαλύτερες χρηματοδοτήσεις.

Εχουν γίνει ήδη σοβαρά βήματα, ιδιαίτερα με την απόφαση της κυβέρνησης, πριν από δύο χρόνια, να στηρίξει την πρόταση του αναπληρωτή υπουργού Ερευνας και Καινοτομίας (ΕΠΙΔΕΚ) για ολοκληρωμένη στρατηγική για την έρευνα και την ανάπτυξη με βάση τη δράση «ερευνώ-δημιουργώ-καινοτομώ». Τα αποτελέσματα μέχρι στιγμής, πολλά και θετικά. Η Ελλάδα πρέπει να γίνει ενεργητικός συνδιαμορφωτής των νέων τεχνολογιών σε διεθνές επίπεδο.

Παράλληλα, όμως, ίσως να πρέπει το υπουργείο Παιδείας –και εν μέσω της προσπάθειάς του αναδιάρθρωσης και αναβάθμισης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης– να δρομολογήσει τη δημιουργία του τεχνολογικού πανεπιστημίου, για την ισόρροπη σχέση της εκπαίδευσης με την παραγωγή. Τη στιγμή μάλιστα που η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση είναι ήδη ορατή.

Η ΔΕΗ, μετά την αναγκαστική αναδιάρθρωση, προφανώς θα συρρικνωθεί, αλλά θα συνεχίσει να κατέχει δεσπόζουσα θέση στην ενεργειακή πολιτική της χώρας. Απέναντι στη λογική της ιδιωτικοποίησης των προηγούμενων κυβερνήσεων η Επιχείρηση παραμένει δημόσια, όπως και τα δίκτυα μεταφοράς υψηλής τάσης (ΑΔΜΗΕ). Επίσης είναι ιδιαίτερα σημαντικό που τα υδροηλεκτρικά παραμένουν στη ΔΕΗ.

Χρειάζεται όμως, απέναντι στην αναδυόμενη ενεργειακή πολιτική της Ευρώπης, επανασχεδιασμός – ιδιαίτερα για τις λιγνιτικές περιοχές της χώρας μας που στήριξαν την ελληνική οικονομία. Οι τοπικές κοινωνίες και οι εργαζόμενοι στον ενεργειακό τομέα αγωνιούν για το μέλλον τους. Το μαρτυρούν οι κινητοποιήσεις και οι πρωτοβουλίες, ιδιαίτερα από τους φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Επείγει να σχεδιαστεί η μετάβαση στη μετά τον λιγνίτη εποχή.

Ειδικά οι κάτοικοι των περιοχών Κοζάνης, Πτολεμαΐδας, Φλώρινας –η Δ. Μακεδονία, γενικότερα, που «αναπτύχθηκε» με τη ΔΕΗ–, οι οποίοι δέθηκαν πολλαπλά με την Επιχείρηση (με τα θετικά και τα αρνητικά), είναι σοβαρά προβληματισμένοι για το αύριο.

Είναι αναμφίβολα θετική εξέλιξη που η Δ. Μακεδονία επιλέχθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το πιλοτικό πρόγραμμα «Λιγνιτικές περιοχές σε μετάβαση» και ότι το υπουργείο Περιβάλλοντος ανακοίνωσε τη σύσταση Εθνικού Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης για την τριετία 2018-20 με εξασφαλισμένους πόρους. Είναι ένα βήμα, απαιτούνται όμως πολύ περισσότερα.

Η περιοχή έχει όλες τις προϋποθέσεις να ανταποκριθεί στη μεγάλη πρόκληση της ενεργειακής προοπτικής με βάση τις ανανεώσιμες πηγές, την έρευνα και την καινοτομία. Στη μεταβατική περίοδο η μέριμνα της πολιτείας και της ΔΕΗ πρέπει να είναι η σταδιακή και ασφαλής μετάβαση από τον λιγνίτη στις ΑΠΕ, για να εκμηδενιστούν οι κίνδυνοι για την εθνική οικονομία.

Τέλος, η πολιτεία, το υπουργείο Παιδείας, σε συνεργασία με τη ΔΕΗ, τα αναβαθμισμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Δ. Μακεδονίας, τους φορείς της Τ.Α. οφείλουν να επενδύσουν στον επιστημονικό πλούτο ιδρύοντας ερευνητικά κέντρα και ινστιτούτα για την ενέργεια και τις νέες τεχνολογίες. Η πρωτοβουλία μπορεί να ενταχθεί στον μακροχρόνιο ενεργειακό σχεδιασμό και να συμβάλει στη δημιουργία ενός τεχνολογικού πανεπιστημίου.

*επίτιμος μέλος της ΕΣΗΕΑ, διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια(από την "Εφημερίδα των Συντακτών", 31/8/2018)