Σεβασμιώτατος κ.κ. Ιωήλ στο pellanews.gr: «Για την Ιερά Μητρόπολη τα νέα Προγράμματα και τα νέα εγχειρίδια των Θρησκευτικών πρέπει να καταργηθούν άμεσα»

Όσον αφορά στην πρόταση που διατυπώθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ για κατοχύρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους μέσω της Συνταγματικής αναθεώρησης αναφέρθηκε μιλώντας στo pellanews.gr o Μητροπολίτης Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας κ.κ. Ιωήλ. Ο Σεβασμιώτος ανέλυσε στην ηλεκτρονική μας εφημερίδα και όλες τις παραμέτρους των θεμάτων που έχουν πέσει στο τραπέζι της όλης κατάστασης.

«Πρέπει να υπογραμμίσουμε κατ᾿ αρχήν ότι σε όλη την ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, το κράτος ήταν αυτό που αποφάσιζε είτε την εχθρική στάση του απέναντι της Εκκλησίας, είτε την σύνδεσή του με την Εκκλησία και την προστασία της. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ουδέποτε απαίτησε αυτήν την σύνδεση και την προστασία. Τα εκάστοτε κράτη, με πρώτο το Ρωμαικό (Μ. Κωνσταντίνος), θεώρησαν ως επωφελή και πολύτιμη για τον λαό την ύπαρξη της Εκκλησίας και γι᾿ αυτό εξύψωσαν και παγίωσαν την θεσμική παρουσία της. Ανάλογο νόημα έχει και το προοίμιο του Ελληνικού Συντάγματος, το οποίο διατηρείται από το 1822, όπως και οι άλλες διατάξεις του, που αφορούν στην επικρατούσα θρησκεία. Εκείνοι που με το αίμα τους υπέγραψαν την ελευθερία μας, έκριναν ότι ο Θεός και προστάτης των επαναστατών Ελλήνων έπρεπε να είναι ο προστάτης και του πολιτεύματος των ελευθέρων Ελλήνων. Όσο η συλλογική μνήμη και οι διαχρονικές αξίες του λαού μας παραμένουν ακέραιες και η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων βαπτίζεται στο όνομα της Αγίας Τριάδος, δεν συντρέχει κανένας πραγματικός λόγος το επισημότερο νομοθετικό κείμενο, να πάψει να εκφράζει αυτήν την πραγματικότητα. Τα «ουδετερόθρησκα» Συντάγματα ταιριάζουν σε “ουδετερόθρησκους” λαούς», σημείωσε εξ αρχής ο Σεβασμιώτατος.

Συνέχισε λέγοντας ότι «παρατηρούμε εξάλλου ότι και τα νέα –αντισυνταγματικά, αλλά δυστυχώς ακόμη ενεργά– Προγράμματα Σπουδών και τα βιβλία των Θρησκευτικών εντάσσονται στο πλαίσιο αυτής της γενικότερης προσπάθειας θρησκευτικού αποχρωματισμού. Η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι ζήτημα μεγάλης σπουδαιότητος, αφού επηρεάζει καίρια την θρησκευτική συνείδηση των νεώτερων γενεών». Πρόσθεσε πως «για την Ιερά Μητρόπολη τα νέα Προγράμματα και τα νέα εγχειρίδια των Θρησκευτικών πρέπει να καταργηθούν άμεσα. Έχουμε πάρει ως Μητρόπολη δημόσια θέση για το ζήτημα αυτό, ενώ πρόσφατα συνδιοργανώσαμε με την Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ) και άλλους τοπικούς φορείς σχετική ημερίδα (Γιαννιτσά 18.11.2018)». Έτσι περιέγραψε οτι «σύμφωνα με τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο (επιστολή 2.9.2015) «το μάθημα καταργήθηκε και πρόκειται πλέον για ένα μη θεολογικό μάθημα...». Σύμφωνα δε με το ΣτΕ η σχετική απόφαση του Υπουργείου Παιδείας ακυρώθηκε ως αντισυνταγματική, επειδή φαλκιδεύεται ο σκοπός της Συνταγματικής διάταξης (άρθρο 16, παρ. 2) που είναι “η ανάπτυξη της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως των μαθητών που ανήκουν στην επικρατούσα θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού”».

«Παρά το ανδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι Έλληνες στην συντριπτική πλειοψηφία τους είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, μέσα από τα νέα Θρησκευτικά κινδυνεύουν να γίνουν “ουδετερόθρησκα” τα παιδιά τους», διευκρίνισε.

Όσον αφορά στο ζήτημα της Εκκλησιαστικής περιουσίας, ο Σεβασμιώτατος θρησκευτικός ηγέτης της Πέλλας τόνισε στο pellanews.gr ότι «δεν είναι αντίθετο με την ιδιότητα της Εκκλησίας να διαθέτει περιουσιακά στοιχεία. Αυτή είναι απαραίτητη προκειμένου να εξυπηρετεί τις λειτουργικές ανάγκες της και κυρίως την φιλανθρωπική δράση της. Αυτό τεκμηριώνεται θεολογικά, ιστορικά αλλά και από την διεθνή νομοθεσία, όπως φαίνεται και από την σχετική απόφαση του Ευρωπαικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (10/1993/405/483/484/9.12.1994), η οποία βασίζεται στο Πρώτο Πρωτόκολλο της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης. Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι –παρά τα μυθεύματα που κυκλοφορούν– το Ελληνικό κράτος από το 1833 μέχρι και το 1952 έχει απαλλοτριώσει το μέγιστο μέρος της ακίνητης περιουσίας της Εκκλησίας (υπολογίζεται στο 95%) χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα, εκτός από την δέσμευσή του για την συνεχή μισθοδοσία του ιερού κλήρου (1952). Παρά ταύτα η Εκκλησία διαχρονικά, και ιδιαίτερα σήμερα, καλύπτει τις διάφορες προνοιακές αδυναμίες του κράτους ασκώνταςαδιάκοπα το φιλανθρωπικό έργο της χωρίς διακρίσεις, το οποίο υπολογίζεται στα 100 εκ. ευρώ ετησίως».

Για την πρόσφατη «αιφνίδια, για εμάς τουλάχιστον,», όπως την χαρακτήρισε, «εξέλιξη που αφορά στη μισθοδοσία του ιερού κλήρου πρέπει να σημειώσουμε, ότι κατ᾿ αρχήν επιβεβαιώνεται η προαναφερθείσα οφειλή του ελληνικού κράτους στην Εκκλησία. Χρειάζεται όμως να τονίσουμε ότι χωρίς την έγκριση της Ιεραρχίας η εν λόγω συμφωνία δεν είναι δυνατόν να ισχύσει».

Πρόσθεσε επ’ αυτού πως «επιπλέον υπάρχουν πολλές παράμετροι, οι οποίες χρήζουν ανάπτυξης και μελέτης (συντάξεις, ασφάλιση, λαϊκοί υπάλληλοι, περιορισμός αριθμού στα σημερινά δεδομένα κ.λπ.)», θέτοντας παράλληλα ερωτήματα όπως «γιατί όμως, από όλους τους δημοσίους υπαλλήλους με τις ποικίλες δραστηριότητες μόνον οι κληρικοί θα πρέπει να τεθούν σε διαφορετικό μισθολογικό πλαίσιο; Δεν είναι σπουδαίο ζήτημα για την πατρίδα μας το γεγονός ότι ο ιερός κλήρος διακονεί αυτόν τον λαό και είναι κοντά του στις σπουδαιότερες στιγμές της ζωής του αλλά και όποτε του ζητηθεί χωρίς συγκεκριμένο ωράριο υπηρεσίας; Δεν είναι καίρια για το ελληνικό κράτος η πνευματική στήριξη και η αδιάκοπη κοινωνική φροντίδα που προσφέρεται διαχρονικά μέσω των κληρικών της Ορθόδοξης Εκκλησίας; Μήπως αυτή η προσπάθεια οικονομικής «τακτοποίησης» υποκρύπτει στην πραγματικότητα μια γενικότερη τάση σταδιακής περιθωριοποίησης της Ορθοδοξίας στην χώρα μας προς όφελος άλλων θρησκειών και ιδεολογικών τάσεων, σε βάρος πάντοτε της ορθόδοξης πλειοψηφίας;».

Το ζήτημα του θρησκευτικού όρκου ο κ.κ. Ιωήλ το χαρακτήρισε «κάτι το διαφορετικό», σημειώνοντας οτι «σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη δεν επιτρέπεται ο όρκος. Κατ᾿ οικονομίαν όμως και κατ᾿ απαίτησιν της πολιτείας οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας παρίστανται στις διάφορες θεσμοθετημένες ορκωμοσίες. Η επιδεικτική άρνηση του θρησκευτικού όρκου από πολιτικά πρόσωπα και η επιλογή πολιτικού όρκου δεν οφείλεται σε θρησκευτική ευαισθησία για την τήρηση της ακρίβειας –η οποία θα ήταν επαινετή– αλλά σε σκόπιμη διακήρυξη αθεΐας. Η κατάργηση του θρησκευτικού όρκου θα μπορούσε να δώσει ένα τέλος σε αυτήν την κατάσταση».

Παύλος Νεκτάριος Παπαδόπουλος