Το τρυφερό Πρωτοχρονιάτικο έθιμο αγάπης της Πάρου μιας άλλης εποχής..

Πάρος. Αρχές της πέμπτης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Ριζωμένοι στα αγροτόσπιτα της πατρογονικής γης, με μεγάλες φαμίλιες και τον βαρύ κάματο της αγροτικής δουλειάς να διατρέχει όλες τις εποχές του έτους, οι ξωχάρηδες παριανοί, ζούσαν τη γλυκιά ανάπαυλα των γιορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς σαν όαση σχόλης από την τραχιά καθημερινότητα της χρείας μιας πενόμενης ζωής.

Τα στόματα πολλά, οι στιγμές χαράς λίγες, μα όταν πλησίαζαν οι γιορτές τα σπίτια άστραφταν από την πάστρα, μοσχομύριζαν από τα πετιμεζένια φοινίκια, και γλύκαιναν από τα κάλαντα των μικρών παιδιών που τριγυρνούσαν ξυπόλητα στις εξοχές πλημμυρίζοντάς τα κατώφλια των νοικοκυραίων με μελωδίες για να λάβουν ως αντίδωρο γλυκίσματα, κουλούρια και γιορτινά κεράσματα. Τα παιχνίδια τους λιγοστά και συνήθως αυτοσχέδια. Με τενεκεδάκια, πετρούλες και ξυλαράκια, έθρεφαν την παιδική περιέργειά τους και απελευθέρωναν τη φαντασία τους να καλπάσει στον κόσμο της πραγματικής ζωής πέρα από τα όρια του τόπου τους. 

Ρακένδυτα συνήθως, με υφασμάτινα πολύχρωμα μπαλώματα να τυλίγουν τα λιανά κορμάκια τους, και τις φτέρνες τους χοντρές σαν σόλες από την ξυπολυσιά, ζέσταιναν τις αθώες ψυχούλες τους στην προσμονή των Άγιων Ημερών όταν η καθημερινή βιωτή άλλαζε με τα ίδια να αποκτούν σημασία και πολύ περισσότερο, εκείνα τα φτωχικά μικροδώρα που έπαιρναν για το καλό της νέας χρονιάς! 

Άστραφταν από χαμόγελα τα μικρά προσωπάκια όταν ιδίως έπαιρναν την πρωτοχρονιάτικη καλιστρίνα! Ένα κύμα χαράς πλημμύριζε τις παιδικές καρδιές! Αφού για το καλό του νέου έτους, γίνονταν για μια μέρα πρωταγωνιστές της ζωής των μεγάλων που τους χάριζαν την καλιστρίνα! 

Το έθιμο αυτό τηρούσε ευλαβικά κάθε Πρωτοχρονιά και ο μπάρμπα – Στυλιανός. Ένας ηλικιωμένος ξωμάχος, άκληρος και κυρτωμένος από τα χρόνια και τον κάματο της γεωργικής ζωής, που ζούσε ωστόσο την Πρωτοχρονιά πιότερο και απ΄τα ίδια τα παιδιά! Η τσακισμένη φιγούρα του, γλύκαινε με το καλοκάγαθο χαμόγελο που στόλιζε το σκαμμένο του πρόσωπο στο οποίο φώλιαζαν δύο μεγάλα σκούρα μάτια. Με τις τραχιές, μεγάλες χούφτες του, είχε αγκαλιάσει στη ζωή του καντάρια καρπισμένα γεννήματα και είχε αναστήσει ζώα που ενώ δεν ήταν κατάδικά του, τα αντιμετώπιζε με την άπλετη τρυφερότητα μιας άδολης ψυχής.

Μόνος ο Στυλιανός ήταν στη ζωή, ανύπανδρος κολίγος του Μοναστηριού από τα νιάτα του, είχε οργώσει, είχε σπείρει, είχε θερίσει είχε θρέψει εκατοντάδες ζωντανά. Ο βίος του, η εναλλαγή των εποχών του αγροτικού έτους, οι χαρές του, να βλέπει τους κόπους του να καρπίζουν με τη λαχτάρα του άξιου δουλευτή της φύσης που έχει γίνει ένα με τη γη του. 

Μεγάλη μέρα η Πρωτοχρονιά για τον μπάρμπα - Στυλιανό! Την δούλευε για καιρό στο μυαλό του και την σχεδίαζε σε κάθε της λεπτομέρεια, κυρίως για να δώσει ένα κομμάτι της πανάγαθης καρδιάς του στις δύο μεγάλες του λατρείες: Στα παιδιά και στα ζώα. Η προετοιμασία του για το χάρισμα της πρωτοχρονιάτικης καλιστρίνας ξεκινούσε πολύ πριν από την πρώτη μέρα του έτους. Για πολύ καιρό μάζευε στο συρτάρι του κέρματα μικρής αξίας. Τρύπιες δεκάρες, εικοσάρες, πενήντα λεπτά της δραχμής και μερικές ακέραιες δραχμούλες, περίμεναν ταξινομημένες με ακρίβεια τη μεγάλη μέρα που θα γίνονταν η καλιστρίνα των παιδόπουλων της γειτονιάς! 

Και η μεγάλη μέρα κάποτε έφθανε! Ο μπάρμπα - Στυλιανός σηκωνόταν από το μοναχικό κρεβάτι του πρωί – πρωί και αφού νιβόταν και ντυνόταν, τραβούσε ίσια για την ενοριακή εκκλησιά για να ευφρανθεί, όπως κάθε χρόνο, με τις ψαλμωδίες για τον Άγιο Βασίλη. Μετά την απόλυση, επέστρεφε στο σπιτικό του κι εκεί άρχιζε να αραδιάζει στις τσέπες του τα καλά φυλαγμένα για καιρό κέρματα. Στη μια τσέπη του σακακιού του έβαζε αρκετές δεκάρες, στην άλλη λιγότερες εικοσάρες, στην μια τσέπη του παντελονιού του λίγα πενηντάλεπτα και στην άλλη ελάχιστες δραχμές. Τέλος, φορούσε τη μάλλινη τραγιάσκα του, έκοβε δύο μεγάλα κομμάτια ψωμί, έκανε το σταυρό του και έβγαινε. Γκλινγκ, γκλονγκ, γλινγκ, γκλονγκ κουδούνιζαν τα κέρματα μέσα στην καθαρή φορεσιά του, τη μοναδική που είχε για τις σχόλες. Με τα δύο κομμάτια ψωμί στο χέρι, κατευθυνόταν πρώτα προς το κτήμα δίπλα από το σπιτικό του όπου στάβλιζε τα βούδια. 

Ο Αράπης του, το κατάμαυρο, βαρύ βόδι, που τον συντρόφευε πάντα στη δούλεψη, έτρεχε προς το μέρος του μόλις τον αντίκριζε. Άνθρωπος και ζωντανό μόνο που δεν μιλούσαν μεταξύ τους. 

Διαβάστε περισσότερα εδώ