Υπαπαντή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού | PellaNews

Υπαπαντή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

Η Υπαπαντή συνέβη σαράντα μέρες μετά τη γέννηση του παιδιού Ιησού.  Το γεγονός αυτό εξιστορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς στο κεφάλαιο Β’, στ. 22-35. Σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο, η Παρθένος Μαρία, αφού συμπλήρωσε το χρόνο καθαρισμού από τον τοκετό, πήγε στο Ναό της Ιερουσαλήμ μαζί με τον Ιωσήφ, για να εκτελεσθεί η τυπική αφιέρωση του βρέφους στο Θεό, σύμφωνα με το νόμο, επειδή ήταν το πρώτο παιδί της οικογένειας,  το «πάν άρσεν διανοίγον μήτραν (δηλαδή πρωτότοκο) άγιον τω Κυρίω κληθήσεται». Σύμφωνα πάντα με την παράδοση οι γονείς έπρεπε παράλληλα να προσφέρουν θυσία, που αποτελούνταν από ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια. Κατά τη μετάβαση αυτή, δέχθηκε τον Ιησού στην αγκαλιά του ο υπερήλικας Συμεών (βλέπε 3 Φεβρουαρίου). Αυτό το γεγονός αποτελεί άλλη μια απόδειξη ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός δεν ήλθε να καταργήσει τον Μωσαϊκό νόμο, όπως ισχυρίζονταν οι υποκριτές Φαρισαίοι και Γραμματείς, αλλά να τον συμπληρώσει, να τον τελειοποιήσει. Κατά την ολονυκτία της Υπαπαντής στην Κωνσταντινούπολη, οι βασιλείς συνήθιζαν να παρευρίσκονται στο Ναό των Βλαχερνών. Η συνήθεια αυτή εξακολούθησε μέχρι τέλους της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Τα βυζαντινά χρόνια, η Υπαπαντή εορτάζονταν ως μικρή γιορτή στις 14 Φεβρουαρίου, ωστόσο ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός την ανήγαγε σε δεσποτική το 542 και επέβαλε να εορτάζεται στις 2 Φεβρουαρίου, ζητώντας τη βοήθεια του Θεού για έναν λοιμό που έπληττε την επικράτεια του. Σήμερα, μόνο η Αρμενική Εκκλησία τιμά την Υπαπαντή στις 14 Φεβρουαρίου, ενώ οι «παλαιοημερολογίτες» γιορτάζουν την Υπαπαντή στις 15 Φεβρουαρίου. Τι βλέπουμε στην εικόνα της Υπαπαντής; Υπαπαντή (ή διαφορετικά Υπαντή) σημαίνει υποδοχή. Δηλαδή ο δίκαιος Συμεών ο πρεσβύτης, υπέργηρος πλέον, υποδέχεται στα χέρια του τον Χριστό σαν βρέφος τεσσαράκοντα ημερών. Στην εικονογραφία της Υπαπαντής ο Συμεών κρατεί με ευλάβεια και δέος το βρέφος, γιατί γνώριζε από την προφητεία ότι Αυτό είναι ο ίδιος ο Θεός με σάρκα ανθρώπου, τον οποίο θα έβλεπε πριν πεθάνει. Γι’ αυτό λέγει το «νυν απολύεις….» που το καθιέρωσε η Εκκλησία μας στην ακολουθία του Εσπερινού, λίγο πριν την «απόλυση» δηλαδή κοντά στο τέλος. Στην εικόνα της Υπαπαντής η Παναγία συνοδεύεται από τους γέροντες γονείς της (Ιωακείμ και Άννα) και προσφέρει με χαρά το βρέφος στον λειτουργό του Θεού, τον Συμεών. Γιατί έπρεπε να τηρήσει τον νόμο και εδώ ο Χριστός, όπως τον τήρησε σε όλα, ώστε να αγιασθεί ο νόμος. Έτσι η Εκκλησία μας καθιέρωσε την ακολουθία του «Σαραντισμού», όπου οι μητέρες βγάζουν για πρώτη φορά το παιδί τους από το σπίτι, σαράντα ημερών βρέφος και το πηγαίνουν στην Εκκλησία, για να το ευλογήσει ο ιερέας και να λάβει την χάρη από την προσκύνηση των ιερών εικόνων. Στην παράσταση επίσης διακρίνουμε ένα «ειλητάριο» δηλαδή ένα ανοιχτό χαρτί, που το κρατεί η Αγία Άννα, και γράφει το κείμενο: «Τούτο το βρέφος ουρανόν και γην εστερέωσε», δηλαδή τον ομολογεί σαν τέλειο και προαιώνιο Θεό, και Δημιουργό του Παντός. Είναι μεγάλη η εορτή της Υπαπαντής για την Εκκλησία μας. Οι θαυμάσιοι και χαρμόσυνοι ύμνοι που ψάλλονται επί οκτώ ημέρες, από τις 2 μέχρι και τις 9 Φεβρουαρίου που αποδίδεται, δηλαδή που τελειώνει, που επισφραγίζεται, εξυμνούν το ιερό γεγονός και αφήνουν σε όλους μας ιερά μηνύματα. Η δική μας Υπαπαντή Η λέξη Υπαπαντή σημαίνει συνάντηση. Η γιορτή μάς θυμίζει τη συνάντηση του Συμεώνος με τονΧριστό, όταν η Παναγία Μητέρα Του και ο Ιωσήφ τον πήραν στο ναό του Σολομώντος, σύμφωνα με τα ιουδαϊκά έθιμα. Εκεί ο Συμεών, ταπεινά και με υπομονή, καθοδηγούμενος από το Άγιο Πνεύμα, περίμενε να συναντήσει το Μεσσία. Αν και προχωρούσε η ηλικία του, εν τούτοις δεν απελπίστηκε, δεν απογοητεύτηκε. Περίμενε με εμπιστοσύνη την ημέρα εκείνη, ώσπου τελικά παίρνει στην αγκαλιά του τον Ιησού και δοξάζοντας το Θεό είπε: «Τώρα, Κύριε, μπορείς ν’ αφήσεις το δούλο σου να πεθαίνει ειρηνικά, όπως του υποσχέθηκες,γιατί τα μάτια μου είδαν το σωτήρα που ετοίμασες για όλους τους λαούς,φως που θα φωτίσει τα έθνη και θα δοξάσει το λαό σου, τον Ισραήλ». Στην εποχή της ανυπομονησίας και της κριτικής όλων με βάση τη δική μας λογική, πώς, αλήθεια, θα γνωριστεί ο Θεός της Υπομονής και της Παρακλήσεως, της άλλης λογικής και της ταπείνωσης; Πώς θα έλθει μέχρις εμάς, όταν δεν έχουμε τη διάθεση να Τον δεχτούμε «καθώς εστι»; Και πώς θα μας αποκαλυφθεί, όταν βάζουμε ανάμεσά μας το τείχος τού εγωκεντρισμού; Συνάντηση με ιδέες και θρησκείες δεν μπορεί να γίνει. Η συνάντηση γίνεται πρόσωπο με πρόσωπο. Με ελευθερία, ειλικρίνεια και απλότητα. Ο άνθρωπος, ως πρόσωπο ελεύθερο, θέλει να συναντήσει το Θεό. Δεν αρκεί! Χρειάζεται να θέλει και ο Θεός ως πρόσωπο ελεύθερο. Είναι αυθάδεια να απαιτούμε, να Του καθορίζουμε τον τρόπο και το χρόνο. Ο δικός μας Θεός, ως Θεός της καρδίας, δεν βλέπει το τι κάμνουμε ή δεν ακούει το τι λέμε, αλλά βλέπει και ακούει τα σιγανά σκιρτήματα της καρδιάς μας. Με βάση αυτήν έρχεται η όχι, αποκαλύπτεται ή κρύβεται. Μια καρδιά που συντρίβεται από τον πόνο, τις δοκιμασίες, τις απογοητεύσεις, γίνεται το κατάλληλο μέρος για να έλθει και να κατοικήσει ο Σταυρωμένος Χριστός. Γιατί γίνεται οικείος, γνώριμος, ίδιος με τον σταυρωμένο άνθρωπο. Ο ταπεινός Θεός αποκαλύπτεται στον ταπεινό άνθρωπο. Ο εγωιστής τον αγνοεί. Ο Θεός της αγάπης συναντά τον άνθρωπο που αγαπά. Ο σκληρός τον απωθεί. Ο Θεός της υπομονής έρχεται στον άνθρωπο που με υπομονή αναμένει τη μεγάλη συνάντηση, εμπιστευόμενος το Λόγο Του. Ο ανυπόμονος χάνει την ευκαιρία. Σε τελευταία ανάλυση, δεν είμαστε εμείς που θα γνωρίσουμε, θα συναντήσουμε, θα ανακαλύψουμε τον Θεό, αλλά ο Θεός θα μας γνωρίσει τον εαυτό Του, θα μας συναντήσει στην καρδιά μας, θα μας αποκαλυφθεί. Αν, βέβαια, θέλουμε αληθινά και με ταπείνωση περιμένουμε την ώρα της δικής μας υπαπαντής, την ώρα δηλαδή της μεγάλης χαράς όταν και εμείς θα μπορούμε να πούμε το «νυν απολύεις τον δούλο σου εν ειρήνη». πηγή:dogma.gr

Κατηγορία

Ημ/νια δημοσίευσης

Πέμπτη, 2 Φεβρουάριος, 2017 - 02:00