Ελληνικής προέλευσης ποικιλίες βυσσινιάς | PellaNews

Ελληνικής προέλευσης ποικιλίες βυσσινιάς

Κωνσταντίνος Καζαντζής1, Παναγιώτης Γ. Ξαφάκος2.

1ΕΛ.Γ.Ο. «ΔΗΜΗΤΡΑ», Ινστιτούτο Γενετικής Βελτίωσης και Φυτογενετικών Πόρων, Τμήμα Φυλλοβόλων Οπωροφόρων Δένδρων Νάουσας.

2Ειδικός Δενδροκόμος, Εθνικής Αντίστασης 71, Σκύδρα.

Εισαγωγή.

 

Η καλλιέργεια της βυσσινιάς, σε εμπορική κλίμακα, έχει εγκαταλειφθεί στην Ελλάδα εδώ και πολλά χρόνια, λόγω των χαμηλών τιμών εμπορίας και του υψηλού κόστους συγκομιδής, καθώς και λόγω του ότι ευδοκιμεί στις ίδιες περιοχές με την κερασιά, η οποία αφήνει ικανοποιητικότερο εισόδημα.

Ο τελευταίος θύλακας όπου καλλιεργείται συντεταγμένα η βυσσινιά στη χώρα μας είναι η Αρκαδία (περιοχές Τεγέας και Τρίπολης). Επίσης καλλιεργείται αραιά σε κάποιες παλιές παραδοσιακές περιοχές καλλιέργειας όπως Φλώρινα, Πήλιο, Λαμία, Αγιά Λάρισας, Σέρρες, κ.α., καθώς και σε μεμονωμένα δένδρα, σε κήπους και οπωρώνες, ενδιάσπαρτα σε όλη την Ελλάδα, για χρήση στην παραγωγή μεταποιημένων προϊόντων σε οικογενειακό επίπεδο (π.χ. παραδοσιακή βυσσινάδα ή γλυκό κουταλιού).

Τελευταία υπάρχει κάποιο μεγαλύτερο εμπορικό ενδιαφέρον, λόγω της προσπάθειας εκμετάλλευσης όλων των εγκαταλειμμένων αγρών από την αστυφιλία. Αναζωπυρώνεται κάπως επίσης και το ενδιαφέρον εμπορίας βύσσινων στις λαϊκές αγορές. Σε γενικές γραμμές θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Ελλάδα είναι ελλιπής σε παραγωγή και διάθεση βύσσινων, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τις βιομηχανίες μεταποίησης, καθώς και για εξαγωγές στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης όπου αποτελεί πολύ αγαπητό είδος διατροφής.

Ο ανασταλτικός παράγοντας, που είναι το υψηλό κόστος συγκομιδής, μπορεί να αντιμετωπιστεί με τον εκσυγχρονισμό της καλλιέργειας, κυρίως μέσω της χρησιμοποίησης συστημάτων καλλιέργειας και ποικιλιών που επιτρέπουν τη μηχανική συγκομιδή του καρπού.

Το εγχώριο γενετικό υλικό βυσσινιάς της Ελλάδας περιορίζεται σε ελάχιστες ποικιλίες, οι κυριότερες των οποίων παρουσιάζονται συνοπτικώς παρακάτω, και σε τεράστιο αριθμό τοπικών γενοτύπων.

2.1. Κανάρης.

  • Γενικά: Κόκκινη, μαλακόσαρκη ποικιλία.
  • Καταγωγή και εξάπλωση: Ελληνική ποικιλία με μη διαπιστωμένη την περιοχή καταγωγής της. Η εξάπλωσή της αυτή τη στιγμή είναι πολύ περιορισμένη. Μπορεί να βρεθεί σε διάσπαρτα δένδρα σε κήπους και οπωρώνες κερασιάς. Παλαιότερα ήταν πιο διαδεδομένη.
  • Δένδρο: Μέτριας ζωηρότητας, ορθόκλαδο.
  • Παραγωγικότητα: Πολύ μεγάλη.
  • Καρπός: Ωοειδής πιεσμένος, μεγάλου μεγέθους (Μ.Ο. 5,5 gr), με πολύ μεγάλο ποδίσκο, με πλούσια, υπόξινη γεύση και υψηλή περιεκτικότητα σε χυμό.
  • Εποχή ωρίμανσης: Τη δεύτερη εβδομάδα του Ιουνίου (μέσης εποχής).
  • Ιδιαιτερότητες - Αντοχές - Ευπάθειες: Ο καρπός μπορεί να παραμείνει ανηρτημένος στο δένδρο αρκετές μέρες χωρίς να συγκομιστεί έγκαιρα. Αντέχει στις μεταφορές.
  • Συμπεράσματα: Εξαιρετική ποικιλία για χυμοποίηση με άφθονο χυμό και υψηλή περιεκτικότητα σε οξέα. Ο καρπός δεν συγκομίζεται εύκολα με δόνηση.

2.2. Κωνσταντινουπόλεως.

  • Συνώνυμα: Πολίτικη.
  • Γενικά: Κόκκινη, μαλακόσαρκη ποικιλία.
  • Καταγωγή και εξάπλωση: Πιθανώς να κατάγεται από την περιοχή της Κωνσταντινούπολης, όπως προδίδει και η ονομασία της. Η εξάπλωσή της αυτή τη στιγμή περιορίζεται κυρίως σε διάσπαρτα δένδρα σε κήπους και οπωρώνες κερασιάς, σε όλη την Ελλάδα.
  • Δένδρο: Πολύ ζωηρό, ορθόκλαδο.
  • Παραγωγικότητα: Πολύ μεγάλη.
  • Καρπός: Σφαιρικός πιεσμένος, μεγάλου μεγέθους (Μ.Ο. 5,5 gr), με πολύ μεγάλο ποδίσκο, με ξινή έως υπόπικρη γεύση και υψηλή περιεκτικότητα σε χυμό.
  • Εποχή ωρίμανσης: Στις αρχές του Ιουνίου (μεσοπρώιμη).
  • Ιδιαιτερότητες - Αντοχές - Ευπάθειες: Εμφανίζει μεγάλα παράφυλλα στον ποδίσκο. Εμφανίζει δίδυμους καρπούς, από λίγους έως αρκετούς, ανάλογα τη χρονιά.
  • Συμπεράσματα: Παραγωγική ποικιλία, κατάλληλη για τις βιομηχανίες μεταποίησης μιας και αφαιρείται σχετικά εύκολα ο πυρήνας από τον καρπό.

2.3. Τριπόλεως.

  • Συνώνυμα: Τεγέας.
  • Γενικά: Κόκκινη, μαλακόσαρκη ποικιλία.
  • Καταγωγή και εξάπλωση: Κατάγεται από την περιοχή της Αρκαδίας, όπως προδίδει και η ονομασία της. Καλλιεργείται συγκροτημένα στις περιοχές της Τεγέας και της Τριπόλεως και λιγότερο εντατικά σε άλλες περιοχές της Πελοποννήσου.
  • Δένδρο: Πολύ ζωηρό, πλαγιόκλαδο.
  • Παραγωγικότητα: Πολύ μεγάλη.
  • Καρπός: Σφαιρικός έως μηλοειδής, μέσου μεγέθους (Μ.Ο. 4,6 gr), με πολύ μεγάλο ποδίσκο, με ξινή γεύση και υψηλή περιεκτικότητα σε χυμό.
  • Εποχή ωρίμανσης: Το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου (όψιμη).
  • Ιδιαιτερότητες - Αντοχές - Ευπάθειες: Εμφανίζει πολλά και μεγάλα παράφυλλα στον ποδίσκο. Εμφανίζει δίδυμους καρπούς.
  • Συμπεράσματα: Παραγωγική ποικιλία, κατάλληλη για μεταποίηση (βιομηχανική ή οικιακή). Απορροφάται εύκολα στις υπαίθριες λιανικές αγορές της Αθήνας.

2.4. Φλωρίνης.

  • Γενικά: Κόκκινη (σκούρη), μαλακόσαρκη ποικιλία.
  • Καταγωγή και εξάπλωση: Κατάγεται από τα υψίπεδα της Φλώρινας στη Δυτική Μακεδονία, όπως προδίδει και η ονομασία της. Παλαιότερα ήταν η πιο διαδεδομένη ποικιλία βυσσινιάς στη Βόρεια Ελλάδα, κατείχε το 1/3 των συγκροτημένων εκτάσεων καλλιέργειας βυσσινιάς της Ελλάδας. Σήμερα όμως έχει περιοριστεί σε διάσπαρτους οπωρώνες και δένδρα.
  • Δένδρο: Πολύ ζωηρό, ορθόκλαδο.
  • Παραγωγικότητα: Μεγάλη.
  • Καρπός: Σφαιρικός, μέσου μεγέθους (Μ.Ο. 4,8 gr), με ξινή γεύση και υψηλή περιεκτικότητα σε χυμό.
  • Εποχή ωρίμανσης: Το δεύτερο δεκαήμερο του Ιουνίου (όψιμη).
  • Ιδιαιτερότητες - Αντοχές - Ευπάθειες: Ο καρπός μπορεί να παραμείνει ανηρτημένος στο δένδρο αρκετές μέρες χωρίς να συγκομιστεί έγκαιρα. Αντέχει στις μεταφορές και τη συντήρηση. Παρουσιάζει ευαισθησία στη φαιά σήψη.
  • Συμπεράσματα: Εξαιρετική ποικιλία για χυμοποίηση με άφθονο χυμό και υψηλή περιεκτικότητα σε οξέα. Ο καρπός δεν συγκομίζεται εύκολα με δόνηση.

Γράφημα 1

Σύγκριση της εποχής ωρίμανσης των κυριότερων ελληνικών ποικιλιών βυσσινιάς, στην περιοχή της Βόρειας Ελλάδας.

Άλλες γνωστές τοπικές ελληνικές ποικιλίες βυσσινιάς κατά το παρελθόν, μικρότερης όμως σημασίας από τις ως άνω αναφερόμενες, είναι η Νεαπόλεως και η Γερακαρίου.

  1. Επίλογος.

Η χώρα μας εξάγει κάθε χρόνο μόνο 350 – 1500 τόνους βύσσινα, κυρίως στις χώρες της πρώην Ανατολικής Ευρώπης. Υπάρχουν προοπτικές δυναμικής επανεμφάνισης της καλλιέργειας βυσσινιάς στην Ελλάδα αν μειωθεί το κόστος συγκομιδής, με τον εκσυγχρονισμό της καλλιέργειας με ποικιλίες που μπορούν να συγκομιστούν μηχανικά.

Εκτός από τον εντοπισμένο θύλακα καλλιέργειας βυσσινιάς της περιοχής Αρκαδίας, εκτάσεως άνω των 500 στρεμμάτων (ποικιλία Τριπόλεως), βυσσινιές μπορούν να βρεθούν σε όλη την Ελλάδα, κυρίως σε κήπους υπό τη μορφή μεμονωμένων δένδρων, για χρήση του καρπού σε οικιακά παρασκευάσματα (χυμούς, μαρμελάδες, γλυκά κουταλιού, κ.λπ.). Υπάρχει τεράστιος αριθμός τοπικών γενοτύπων, με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά καρπού, καλά εγκλιματισμένων στις περιοχές καλλιέργειάς τους.

 

Ενδεικτικές φωτογραφίες τοπικών γενοτύπων βυσσινιάς, Επισκοπής Ναούσης (αριστερά) και νήσου Σάμου (δεξιά).