Η Ρετσινολαδιά ή Ρίκινος (Ricinus communis L.) | PellaNews

Η Ρετσινολαδιά ή Ρίκινος (Ricinus communis L.)

Κωνσταντίνος Καζαντζής1, Παναγιώτης Ξαφάκος2, Πετρούλα Κολυμπάρη3

1: ΕΛ.Γ.Ο. “ΔΗΜΗΤΡΑ”, Ινστιτούτο Γενετικής Βελτίωσης και Φυτογενετικών Πόρων, Τμήμα Φυλλοβόλων Οπωροφόρων Δένδρων Νάουσας

2: Ειδικός Δενδροκόμος, Εθνικής Αντίστασης 71, Σκύδρα

3: Δήμος Σκύδρας, Τμήμα Τοπικής Οικονομικής Ανάπτυξης

Η Ρετσινολαδιά ή Ρίκινος ή Κρότωνας ή Χαμοκουκιά ή Κίκι [Ricinus communis (L.), Οικογένεια: Euphorbiaceae] είναι ένας αειθαλής, ποώδης ή ημιξυλώδης θάμνος (ύψους έως 4 μέτρων) έως δένδρο (ύψους 10-12 μέτρων), χωρίς κάποια καλλιεργητική αξία σήμερα για τη χώρα μας. Στην Ελλάδα συναντάται ως αυτοφυές ή υπό τη μορφή μεμονωμένων δένδρων σε κήπους, για καλλωπιστικούς λόγους. Η συνώνυμη ονομασία Κρότωνας (τσιμπούρι) οφείλεται στο σχήμα των σπερμάτων της (ένθετη Φωτογραφία 2) και δεν θα πρέπει να συγχέεται με το φυτό εσωτερικού χώρου Κρότωνα [Codiaeum variegatum (L.), Οικογένεια: Euphorbiaceae επίσης]. Η Ρετσινολαδιά αναφέρεται ως Κρότωνας και από τον Θεόφραστο.

Καλλιεργείται ως ετήσιο (αν και πολυετές φυτό) υπό θαμνώδους μορφής κυρίως, με βελτιωμένες νάνες ποικιλίες, για λόγους εκμετάλλευσης του παραγόμενου προϊόντος εξ αυτής ρετσινόλαδου ή καστορέλαιου, στην Ινδία (μεγαλύτερη παραγωγός χώρα), στην Κίνα, στη Βραζιλία (και για λόγους παραγωγής βιοντίζελ), στη Μοζαμβίκη, στην Παραγουάη και σε άλλες ασιατικές και αφρικανικές κυρίως χώρες, βάσει στοιχείων του FAO.

Σαν καλλιέργεια παρουσιάζει μεγάλη προσαρμοστικότητα σε διάφορα εδαφοκλιματικά περιβάλλοντα, αν και ανταποκρίνεται άριστα σε αμμώδη ή αργιλοπηλώδη, καλά στραγγιζόμενα εδάφη και σε περιοχές με υψηλές θερμοκρασίες από Απρίλιο έως Σεπτέμβριο και χωρίς ιδιαίτερες βροχοπτώσεις κατά τη διάρκεια της άνθισης.

Τα φύλλα εκφύονται κατ’ εναλλαγή, είναι παλαμοειδώς έλοβα, μεγάλου μεγέθους, με μακρύ μίσχο και πράσινου χρώματος με κόκκινη απόχρωση των νεαρότερων εξ αυτών (Φωτογραφία 1).

Φωτογραφία 1. Φύλλα Ρετσινολαδιάς.

Τα άνθη είναι μόνοικα, φύονται σε βοτρυώδεις ταξιανθίες (τα αρσενικά στο άνω μέρος και τα θηλυκά στο κάτω μέρος) και είναι απέταλα.

Ο καρπός είναι κάψα, τρίχωρος, καλυπτόμενος από μαλακούς άκανθες, στις αποχρώσεις του κόκκινου (Φωτογραφία 2) και φέρει ελαιούχα σπέρματα που ομοιάζουν με τσιμπούρια (ένθετη Φωτογραφία 2), πλούσια στην τοξικότατη ουσία ρικίνη, από τα οποία εξάγεται το ρετσινόλαδο ή καστορέλαιο.

 

Φωτογραφία 2. Καρποί Ρετσινολαδιάς και σπέρματα (ένθετη).

Το ρετσινόλαδο ή καστορέλαιο που παράγεται από τη Ρετσινολαδιά βρίσκει χρήση στη βιομηχανία ως λιπαντικό μηχανών ή υδραυλικό υγρό, στη σαπωνοποιία, στην ιατρική ως ισχυρό καθαρτικό, ως εντομοαπωθητικό και ως φωτιστικό μέσο. Στο παρελθόν έχει χρησιμοποιηθεί και ως βιολογικό όπλο ή ως μέσο βασανισμού πολιτικών αντιπάλων αυταρχικών καθεστώτων. Σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως ως βασικό συστατικό ελαίων και λιπαντικών μηχανών αεροσκαφών και πλοίων ή αγωνιστικών αυτοκινήτων, όπου απαιτείται υψηλή μηχανική απόδοση. Επίσης στη Βραζιλία χρησιμοποιείται ευρέως και για την παραγωγή βιοντίζελ.

Στη χώρα μας αυτή τη στιγμή η Ρετσινολαδιά χρησιμοποιείται μόνο για καλλωπιστικούς λόγους. Υπάρχουν όμως σκέψεις ενθάρρυνσης της καλλιέργειας στην Ε.Ε., για την απεξάρτηση των εισαγωγών ρετσινόλαδου από τρίτες χώρες, όπως συμπεραίνεται και από τα αποτελέσματα από πρόσφατα αποπερατωμένο, χρηματοδοτούμενο ερευνητικό πρόγραμμα του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης.