Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο των Χριστουγέννων | PellaNews

Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο των Χριστουγέννων

*της Δήμητρας Αθανασοπούλου

Στο άρθρο «Η χρονιά που χάσαμε», που αναρτήθηκε στον ιστότοπο The Antlantic, ο συντάκτης αναφέρεται στο 2020 ως το έτος που ανήκει περισσότερο στους ιστορικούς παρά σε όσους κρατούν ημερολόγιο, τονίζοντας πως καμία άλλη χρονιά -συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων πανδημιών- δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο χαμένη όσο το 2020.

O Joe Pinsker σημειώνει συγκεκριμένα πως κανένα άλλο έτος της σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας δεν είχε τόσο έντονα το χαρακτηριστικό κατάργησης της κοινωνικής ζωής και της βασιλείας των ανέπαφων επαφών σε τόσο ευρεία κλίμακα.

Πριν από λίγες ημέρες τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης έκαναν έκτακτη τηλεδιάσκεψη με θέμα «Πώς θα σωθούν τα Χριστούγεννα», θίγοντας τόσο το οικονομικό σκέλος όσο και το κοινωνικό, αναγνωρίζοντας προφανώς την επιτακτική ανάγκη να μείνει ανέγγιχτο κάτι από το χριστουγεννιάτικο παραμύθι, φέτος που οι εαυτοί μας συρρικνώνονται πίσω από τις πόρτες που κλειδώνουν από μέσα, πιο αποσωματικοποιημένοι από ποτέ.

Τι είναι εκείνο που θα πρέπει οπωσδήποτε να διασωθεί από τα φετινά Χριστούγεννα; Πόσο ακέραια θα παραμείνει η μυθική αφήγηση που συνδέεται με αυτή τη χρονική περίοδο και πώς θα διαχειριστούμε το απ’ αλλού φερμένο αυτών των γιορτών;

Το 1952, ο Claude Lévi-Strauss αναφερόταν στην αναπαραγωγή των χριστουγεννιάτικων εθίμων ως έναν ύμνο στη συνοχή και κυρίως σε εκείνο που υπάρχει πέρα από αυτό που γνωρίζουμε, δηλαδή την αθανασία.

Ο σπουδαίος Γάλλος ανθρωπολόγος και εθνολόγος -ο οποίος όριζε τον μύθο ως κάτι που επανασχηματίζεται μέσω του Λόγου, ως κοινή μήτρα της ανθρώπινης συνείδησης- επέμεινε στη σημασία της φροντίδας των ενηλίκων να πείθουν τα παιδιά πως υπάρχει Αϊ-Βασίλης και πως τα δώρα θα πέσουν από την καμινάδα. Επέμεινε, δηλαδή, στη σημαντικότητα του παραμυθιού και της νοσταλγίας που θα γεννήσει αργότερα αυτή η ανάμνηση.

Η νοσταλγία ως σύγχρονο κοινωνικό φαινόμενο

Η νοσταλγία, ως συναισθηματική κατάσταση, μας αφορά όλους, ανεξάρτητα από ηλικία, εφόσον ακόμα και τα μικρά παιδιά μπορούν να γίνουν νοσταλγοί της νηπιακής ηλικίας και των βρεφικών τους παιχνιδιών. Οτιδήποτε μεταβάλλεται, δηλαδή, στον μικρό μας κόσμο σήμερα, μας εγκαθιστά αύριο στη θέση του νοσταλγού.

Για να μπορέσει, όμως, η νοσταλγία να πυροδοτήσει όνειρα, είναι πάντα απαραίτητο να συνοδεύεται από μια μυθική αφήγηση. Διότι οι μύθοι που αναπαράγουμε δεν συμβάλλουν μόνο στη δόμηση των ονειροπολήσεων αλλά αντανακλούν επιπροσθέτως τα αισθήματα των κοινωνικών ομάδων στις οποίες ανήκουμε. Οπως και τα παραμύθια, όπου η ψυχή διηγείται την ιστορία της όπως υποστήριζε ο Καρλ Γιουνγκ. Και αυτό είναι κάτι διαπολιτισμικό και διαχρονικό σύμφωνα με τον Ελβετό γιατρό, εισηγητή της σχολής της αναλυτικής ψυχολογίας.

Οι γιορτινές περίοδοι αναβιώνουν μύθους και παραμύθια, φέρουν ήθη και έθιμα του παρελθόντος κάνοντάς μας να νιώθουμε πως ανήκουμε σε κάτι πιο μεγάλο, σπουδαίο και συλλογικό. Φέτος που τα Χριστούγεννα δεν θα μοιάζουν σε τίποτα με ό,τι έχουμε ζήσει, καθώς είναι ήδη ταυτισμένα με τον ιό και την επίδρασή του πάνω στο κοινωνικό σώμα, είναι πιο σημαντικό από ποτέ να ανατρέξουμε στους μύθους που έχουν ξεπηδήσει από την ανθρώπινη φαντασία και να ανασύρουμε το πανανθρώπινα στοιχεία που θα μας υπενθυμίζουν τις καταβολές της εαυτότητάς μας παρά τη διάρρηξη του κοινωνικού δεσμού και την ανατίναξη της έννοιας της κανονικότητας.

Οταν συμβαίνει κάτι κατά κοινή ομολογία τραυματικό -όπως αυτή την περίοδο που χάσαμε ανθρώπους χωρίς να τους αποχαιρετήσουμε, που δεν παρευρεθήκαμε στις χαρές και στις λύπες των αγαπημένων μας, που περιοριστήκαμε σε διαδικτυακούς εορτασμούς-, είναι εξαιρετικά βοηθητικό να έχουμε μια σταθερή αίσθηση του ποιοι είμαστε.

Και οι μύθοι είναι ένας από τους θεμελιώδεις τρόπους σημασιοδότησης της πραγματικότητας, φράση δανεική από τον Κορνήλιο Καστοριάδη. Μέσα από το πλούσιο υλικό των αντανακλάσεων μας βοηθούν, δηλαδή, να προσεγγίσουμε την αλήθεια μας.

Και να τη νοσταλγήσουμε χωρίς να χάνουμε, ωστόσο, το «σήμερά» μας που αναπόδραστα θα νοσταλγούμε όταν θα έχει πια παρέλθει. Διότι η ευτυχία δεν είναι μόνο κάτι που θυμόμαστε αλλά πρωτίστως κάτι που ζούμε. Παρόλο που ο χρόνος μάς συμφιλιώνει πάντα με το παρελθόν, ωθώντας μας στην εξιδανίκευση περασμένων εποχών και καταστάσεων.

Το αίσθημα της νοσταλγίας που ενισχύεται μέσα από αφηγήσεις μάς βοηθά να συνδεόμαστε με το παρελθόν μας και να έχουμε μια σταθερή εικόνα του εαυτού μας. Ιδίως τώρα που έχει διαταραχθεί η σχέση με το ίδιο μας το σώμα σε αυτόν τον νέο κόσμο ασώματων επαφών, που ζούμε με τον φόβο της μόλυνσης, το άγχος του στίγματος και την ενοχή σε σχέση με τις επιπτώσεις της μετάδοσης.

Ο Marcel Proust, στην προσπάθεια να βρει τον εαυτό του και τον δικό του «χαμένο χρόνο», περιέγραψε μια σκηνή όπου τρώγοντας ένα γλυκό που είχε να γευτεί από την παιδική ηλικία του αναβίωνε την εμπειρία σαν ένα ζεστό χείμαρρο δυνατών συναισθηματικών αλληλουχιών.

Ας νοσταλγήσουμε λοιπόν τις «μικρές πατρίδες μας», που δεν είναι άλλες από τις παιδικές μας ηλικίες, και ας βιώσουμε αυτή τη νοσταλγία ως αίσθημα κατανόησης της ταυτότητάς μας, έτσι ώστε να μπορέσουμε να αντλήσουμε απόλαυση από το «τώρα» μας με τις όποιες μικρές ή μεγάλες οδύνες του και να εξελίξουμε τους εαυτούς μας.

Κι ας μην υπάρχει γύρω μας η λάμψη των αλλοτινών ρεβεγιόν, κι ας ήρθαμε αντιμέτωποι βίαια με τη θνητότητά μας. Κυρίως γι’ αυτή τη νέα επίγνωση της προσωρινότητας μάς αξίζει να βιώσουμε τη νοσταλγία ως δημιουργική αναπόληση και ψυχική ωρίμανση. Κι ας είναι κάποιες φορές πιο εύκολο να θυμόμαστε παρά να ζούμε. Αξίζει να τολμάμε και τα δυο.

*από την έντυπη έκδοση της "Εφημερίδας των Συντακτών" (20/12/2020).