Πατρίδα… Έτος 2021 | PellaNews

Πατρίδα… Έτος 2021

γράφει ο Περπερίδης Φ. Παύλος*

Επιθυμώντας να αφήσω ασχολίαστες τις θριαμβολογίες των δημοσιογράφων, αρθρογράφων οι οποίοι, αξιολογώντας το υψηλό-όντως- ποσοστό τηλεθέασης του 56,8% που σημείωσε η δημόσια ελληνική τηλεόραση με την τηλεοπτική μετάδοση της στρατιωτικής παρέλασης της 25ης Μαρτίου για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, σημειώνουν επιδεικτικά ότι άγγιξε τα  «ιερά» ποσοστά τηλεθέασης του «Euro 2004», της «Eurovision»(!), ακόμη και του «Survivor»(!), θα επικεντρωθώ στο  μήνυμα του επισμηναγού Δημήτρη Βολακάκη.

Ο επικεφαλής του πρώτου σχηματισμού από τέσσερα F-16, της 115 Πτέρυγας Μάχης,  ο αρχαιότερος της ομάδας «Ζευς» των F-16, κατά τη διέλευση του αεροσκάφους από τον αττικό ουρανό, πετώντας πάνω από το Σύνταγμα, απευθύνθηκε στον ελληνισμό, μεταξύ άλλων, με τον εορταστικό χαιρετισμό : Χρόνια πολλά πατρίδα!

Ήταν αναμφίβολα μια στιγμή έντονου συναισθηματισμού και συγκίνησης! 

Θα ήταν, όμως, αναληθές να μην φανερώσω πως το άκουσμα αυτού του μηνύματος μου προκάλεσε πλήθος σκέψεων, ερωτημάτων… Άρχισα- εν μέσω πανηγυρικών και εορταστικών εκδηλώσεων που θα ακολουθήσουν-  να επιδίδομαι σε συνεχείς, βασανιστικές σκέψεις για το νόημα της έννοιας «πατρίδα» τούτη την ιστορική επετειακή συγκυρία συμπλήρωσης δύο αιώνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, που, από ότι φαίνεται, δεν την «σκιάζει φοβέρα καμιά»- εκτός, αν ίσως, εξαιρέσουμε την τρέχουσα πανδημία του κορωνοϊού!

Αυτόματα μου ήρθε στο νου το απόσπασμα από τον «Κρίτωνα» του Πλάτωνα: «Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον εστίν η πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρά θεοίς και παρ’ ανθρώποις τοις νουν έχουσιν». Δηλαδή: «Από τη μητέρα και τον πατέρα και όλους τους άλλους προγόνους, η πατρίδα είναι πράγμα πολυτιμότερο και σεβαστότερο και αγιότερο και ανώτερο και κατά τη γνώμη των θεών και κατά τη γνώμη των ανθρώπων που έχουν φρόνηση». [Σωκράτης (Πλάτωνος Κρίτων, 51α, 51β)]. Ήταν τότε, στα χρόνια της κλασσικής ακμής, όταν η έννοια «πατρίδα» προσδιορίστηκε για πρώτη φορά, όταν ως πατρική γη, μετουσιώθηκε σε ηθική αξία, για να εμπνεύσει, να δεσμεύσει και να διαπαιδαγωγήσει τον ελεύθερο Αθηναίο πολίτη. Και στη συνέχεια, αιώνες ολόκληρους, εξαφανίζεται αυτή η θεώρηση ως η αυτόματη αίσθηση του χρέους και του ήθους, για να αναφανεί στον 17ο αιώνα, στην  Γαλλική Επανάσταση, διαμέσου της έννοια του «πατριώτη», που ορίζεται ως ο άνθρωπος που αφιερώνεται σε ό,τι ενδιαφέρει  τον λαό. Με τον στίχο «Allons enfants de la Patrie», «Εμπρός τέκνα της πατρίδας», θα αρχίσει το εμβατήριο που θα γίνει η περίφημη Μασσαλιώτιδα, ο εθνικός ύμνος για τους Γάλλους πολίτες, για να αφυπνίσει τους Έλληνες και τις Ελληνίδες το 1821 ώστε να τον αισθητοποιήσουν σε «Ελευθερία ή θάνατο», μολονότι  κάτω από πρωτόγνωρες, ιδιαίτερες συνθήκες υλικής και κοινωνικής ανέχειας, αδύναμες, όμως, εν τέλει, στο να αποτρέψουν να εκφραστεί η γνησιότητα της βαθειάς φιλοπατρίας του γένους. 

Εύστοχα ο Άγγελος Τερζάκης θα συνομολογήσει ότι με τον πολυμέτωπο αγώνα των Ελλήνων επιβεβαιώνονται τα παραδείγματα της Αμερικανικής και της Γαλλικής επανάστασης ως αιτιολογημένη αντίδραση στη βάναυση μεταχείριση και την αυθαιρεσία των Οθωμανών κατακτητών. Καθώς τότε ένας λαός ολιγάριθμος, αποποιείται την μοιρολατρική εγκαρτέρηση και την παθητική υποταγή,  ξεσηκώνεται για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, και, την ίδια στιγμή, σαν από ένστικτο, νοιώθει πως έχει οντότητα, βάθρο, ρίζες, Πατρίδα. Αυτά τα ευεργετικά αποτελέσματα της συλλογικής προσπάθειας, των επώνυμων αλλά, πρωτίστως, του ανώνυμου πλήθους, εξαίρει, ο αγωνιστής με τον ασυμβίβαστο χαρακτήρα, Μακρυγιάννης, με λαϊκό αυθορμητισμό στα «Απομνημονεύματα» του: « Ένα πράμα μόνον με παρακίνησε κι εμένα να γράψω ότι τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι• όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ». Είναι η στιγμή που η «πατρίδα», όπως τότε στο καθεστώς της αθηναϊκής δημοκρατίας, ενσαρκώνεται εκ νέου, στη γνήσια, φιλελεύθερη αξία της, διαμέσου της δύναμης του κοινού, συλλογικού, ομόψυχου αγώνα για ελευθερία, ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα.

Δεν θα ήταν προχωρημένη διαπίστωση να αναγνωρίσουμε ότι με τον αγώνα της Ανεξαρτησίας των Ελλήνων πραγματώνεται σε αφετηριακό επίπεδο, η ιδέα του Γερμανού φιλοσόφου, Γιόχαν Φίχτε του 18ου αιώνα, πως εφεξής η έννοια της πατρίδας θα συσχετίζεται με την έννοια ενός έθνους ως μίας κοινότητας που θα είναι αποτέλεσμα εκείνων των κοινών συνιστωσών, οι οποίες στάθηκαν ικανές στη διαμόρφωση της συνείδησης και της συλλογικότητάς τους. Αυτές τις συνιστώσες τις απαρτίζουν η γλώσσα, τα ιδεώδη, η θρησκεία, τα δημογραφικά χαρακτηριστικά και ο πολιτισμός, οι οποίες, κατά τον Γάλλο ιστορικό και φιλόσοφο Ρενάν, δημιουργούν την κοινή παράδοση, τον κοινό προσανατολισμό, την κοινή ταυτότητα, καθώς και την κοινή επιθυμία των μελών – ατόμων για τη διαφύλαξη και την αποκλειστική συνέχιση αυτής της παράδοσης και του αισθήματος της ενότητας.

Ως εκ τούτου ο αγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία μέσω του οποίου ωριμάζει η ιδέα της πατρίδας, δεν συνεισφέρει απλά σε μια ιδιοκτησιακή ή απλά γεωγραφική κατανόηση της έννοιας της πατρίδας, που συμπεριλαμβάνεται σε φράσεις ως ο τόπος όπου «εδώ γεννήθηκα», «εδώ ζω», «εδώ έχω θάψει τους νεκρούς μου», αλλά συμβάλλει να στερεώνεται ως μια  δημόσια σχέση των ανθρώπων με την ελευθερία και τη δημοκρατία. Η «πατρίδα» θα συνιστά σαφώς και τον γενέθλιο τόπο, συγχρόνως και πέραν αυτής της βιολογικής ανάγκης, θα εκφράζεται ως επικράτεια εκείνων των όρων που καθιστούν την ανθρώπινη ζωή ανεκτή και σεβαστή, να αξιώνεις και να αξιώνεσαι να τη ζεις.  

Ωστόσο, μ’ αυτή την πρωτόγνωρη βιωματική σχέση, τη ζωτικά δημιουργική, που κατόρθωσαν, επαναστατώντας οι Έλληνες, να αναλάβουν με  την ιδέα της Πατρίδας, καθιστώντας την «ορόσημο» της Ελευθερίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριφέρθηκαν εντελώς παραδειγματικά για τους άλλους λαούς και επιβεβαίωσαν όλα τα δικαιώματα που, καθώς πρέπει να διαθέτουν από κοινού οι λαοί, εύλογα, θα συστήνουν, στον 20 αιώνα, τον αξιακό κώδικα του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Με τον ψυχικό τους δυναμισμό πέτυχαν να προσδώσουν στην ιδέα της πατρίδας παναθρώπινο και οικουμενικό χαρακτήρα. Την μετασχημάτισαν σ’ έναν τόπο νοσταλγίας, επιστροφής και αποδοχής, για όλους εκείνους τους ξένους, τους Ευρωπαίους, τους Φιλέλληνες, που χωρίς να είναι η γενέθλια γη τους, αφενός τους προσκάλεσαν να νιώσουν ευπρόσδεκτοι και αφετέρου τους προκάλεσαν με τις πράξεις τους να πλαταίνουν την πατρίδα, το σχηματιζόμενο Νεοελληνικό Κράτος, ως τον φυσικό χώρο που μπορεί να υπερβαίνει το μισαλλόδοξο, το επιθετικό και να υπόσχεται την αμοιβαία κατανόηση, την αλληλεγγύη,  την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ως «Εύξεινο τόπο» τον απαλλαγμένο από τις παρενέργειες που υποδαυλίζουν, εξάπτουν και εξαγριώνουν το αίσθημα της πατρίδας.   

Εάν βέβαια επιθυμούμε να αξιολογήσουμε με συγχρονικούς όρους, το 2021, διακόσια χρόνια μετά από το «πηγαίο θαύμα» του 1821, την αίσθηση της πατρίδας, ίσως θα πρέπει να προβληματιστούμε, συμμεριζόμενοι την άποψη της διακεκριμένης Γαλλίδας φιλοσόφου, ελληνίστριας Φιλολόγου Μπαρμπαρά Κασέν εάν η έννοια της Πατρίδας αποδιοργανώνεται προς το χειρότερο.  Τι θα πει για εμάς πατρίδα, όταν κυριαρχεί το ατομικό έναντι του συλλογικού, όταν ολοένα και λιγότερο γνωρίζουμε τη γλώσσα μας, τον πολιτισμό μας, την Ιστορία, εν τέλει  και την προσωπική μας ιστορία; Τι είναι αυτό που μας κάνει να νοιώθουμε σαν την πατρίδα μας; Τι είναι πραγματικά σημαντικό; Τι πραγματικά θέλουμε; Δεν μας διαφεύγει και μάλιστα ανεπανόρθωτα, πως την πατρίδα ως ζωτικά δημιουργική έννοια πρέπει να την ορίζουν η  συνεργασία και η αλληλεγγύη κατά το πρότυπο του Εικοσιένα; Μήπως, καθώς το «εμείς» καθίσταται το σύγχρονο πολιτικό πρόβλημα, διακυβεύονται, στη σημερινή κρίσιμη συγκυρία, οι ιδέες που αποτέλεσαν πηγή διδαγμάτων και έμπνευσης κατά την εγκαθίδρυση του Νεώτερου κυρίαρχου Ελληνικού Κράτους; 

Εάν εξακολουθούμε να θεωρούμε, σε περιόδους υγειονομικής, αξιακής, κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, την πατρίδα ως «το απαραίτητο πλαίσιο της ανθρώπινης ζωής», τότε θα πρέπει να θεωρούμε την ύπαρξή της ως αναγκαία συνθήκη για την ισότιμη και αξιοπρεπή παγκόσμια συγκατοίκηση, ως προαπαιτούμενο για το σεβασμό του διαφορετικού και κυρίως ως παράγοντα ανάπτυξης της χώρας. Πολύ δε περισσότερο, εάν συνεχίζουμε νε επιμένουμε σε μια αδιέξοδη υποκειμενική αυτάρκεια που υποβιβάζει την ποιότητα και το ήθος του αγώνα της Ανεξαρτησίας, που καθιστά το περιεχόμενο της Ιστορίας το πλούσιο σε διδάγματα αγωνιστικότητας, μια συναισθηματική ή  ρομαντική πατριωτική επετειακή εκδήλωση, δηλαδή τυπική επανάληψη ή απλή υπόμνηση ή κενή ρητορεία, τότε, δυστυχώς, είναι ορατός ο κίνδυνος να συνεκτιμάται η αξία της πατρίδας με τα ποσοτικά κριτήρια των τηλεοπτικών παραγωγών και των αδηφάγων μετρήσεων.

Επιθυμώντας να αφήσω ασχολίαστες τις θριαμβολογίες των δημοσιογράφων, αρθρογράφων οι οποίοι, αξιολογώντας το υψηλό-όντως- ποσοστό τηλεθέασης του 56,8% που σημείωσε η δημόσια ελληνική τηλεόραση με την τηλεοπτική μετάδοση της στρατιωτικής παρέλασης της 25ης Μαρτίου για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, σημειώνουν επιδεικτικά ότι άγγιξε τα  «ιερά» ποσοστά τηλεθέασης του «Euro 2004», της «Eurovision»(!), ακόμη και του «Survivor»(!), θα επικεντρωθώ στο  μήνυμα του επισμηναγού Δημήτρη Βολακάκη.

Ο επικεφαλής του πρώτου σχηματισμού από τέσσερα F-16, της 115 Πτέρυγας Μάχης,  ο αρχαιότερος της ομάδας «Ζευς» των F-16, κατά τη διέλευση του αεροσκάφους από τον αττικό ουρανό, πετώντας πάνω από το Σύνταγμα, απευθύνθηκε στον ελληνισμό, μεταξύ άλλων, με τον εορταστικό χαιρετισμό : Χρόνια πολλά πατρίδα!

Ήταν αναμφίβολα μια στιγμή έντονου συναισθηματισμού και συγκίνησης! 

Θα ήταν, όμως, αναληθές να μην φανερώσω πως το άκουσμα αυτού του μηνύματος μου προκάλεσε πλήθος σκέψεων, ερωτημάτων… Άρχισα- εν μέσω πανηγυρικών και εορταστικών εκδηλώσεων που θα ακολουθήσουν-  να επιδίδομαι σε συνεχείς, βασανιστικές σκέψεις για το νόημα της έννοιας «πατρίδα» τούτη την ιστορική επετειακή συγκυρία συμπλήρωσης δύο αιώνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, που, από ότι φαίνεται, δεν την «σκιάζει φοβέρα καμιά»- εκτός, αν ίσως, εξαιρέσουμε την τρέχουσα πανδημία του κορωνοϊού!

Αυτόματα μου ήρθε στο νου το απόσπασμα από τον «Κρίτωνα» του Πλάτωνα: «Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον εστίν η πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρά θεοίς και παρ’ ανθρώποις τοις νουν έχουσιν». Δηλαδή: «Από τη μητέρα και τον πατέρα και όλους τους άλλους προγόνους, η πατρίδα είναι πράγμα πολυτιμότερο και σεβαστότερο και αγιότερο και ανώτερο και κατά τη γνώμη των θεών και κατά τη γνώμη των ανθρώπων που έχουν φρόνηση». [Σωκράτης (Πλάτωνος Κρίτων, 51α, 51β)]. Ήταν τότε, στα χρόνια της κλασσικής ακμής, όταν η έννοια «πατρίδα» προσδιορίστηκε για πρώτη φορά, όταν ως πατρική γη, μετουσιώθηκε σε ηθική αξία, για να εμπνεύσει, να δεσμεύσει και να διαπαιδαγωγήσει τον ελεύθερο Αθηναίο πολίτη. Και στη συνέχεια, αιώνες ολόκληρους, εξαφανίζεται αυτή η θεώρηση ως η αυτόματη αίσθηση του χρέους και του ήθους, για να αναφανεί στον 17ο αιώνα, στην  Γαλλική Επανάσταση, διαμέσου της έννοια του «πατριώτη», που ορίζεται ως ο άνθρωπος που αφιερώνεται σε ό,τι ενδιαφέρει  τον λαό. Με τον στίχο «Allons enfants de la Patrie», «Εμπρός τέκνα της πατρίδας», θα αρχίσει το εμβατήριο που θα γίνει η περίφημη Μασσαλιώτιδα, ο εθνικός ύμνος για τους Γάλλους πολίτες, για να αφυπνίσει τους Έλληνες και τις Ελληνίδες το 1821 ώστε να τον αισθητοποιήσουν σε «Ελευθερία ή θάνατο», μολονότι  κάτω από πρωτόγνωρες, ιδιαίτερες συνθήκες υλικής και κοινωνικής ανέχειας, αδύναμες, όμως, εν τέλει, στο να αποτρέψουν να εκφραστεί η γνησιότητα της βαθειάς φιλοπατρίας του γένους. 

Εύστοχα ο Άγγελος Τερζάκης θα συνομολογήσει ότι με τον πολυμέτωπο αγώνα των Ελλήνων επιβεβαιώνονται τα παραδείγματα της Αμερικανικής και της Γαλλικής επανάστασης ως αιτιολογημένη αντίδραση στη βάναυση μεταχείριση και την αυθαιρεσία των Οθωμανών κατακτητών. Καθώς τότε ένας λαός ολιγάριθμος, αποποιείται την μοιρολατρική εγκαρτέρηση και την παθητική υποταγή,  ξεσηκώνεται για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, και, την ίδια στιγμή, σαν από ένστικτο, νοιώθει πως έχει οντότητα, βάθρο, ρίζες, Πατρίδα. Αυτά τα ευεργετικά αποτελέσματα της συλλογικής προσπάθειας, των επώνυμων αλλά, πρωτίστως, του ανώνυμου πλήθους, εξαίρει, ο αγωνιστής με τον ασυμβίβαστο χαρακτήρα, Μακρυγιάννης, με λαϊκό αυθορμητισμό στα «Απομνημονεύματα» του: « Ένα πράμα μόνον με παρακίνησε κι εμένα να γράψω ότι τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι• όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ». Είναι η στιγμή που η «πατρίδα», όπως τότε στο καθεστώς της αθηναϊκής δημοκρατίας, ενσαρκώνεται εκ νέου, στη γνήσια, φιλελεύθερη αξία της, διαμέσου της δύναμης του κοινού, συλλογικού, ομόψυχου αγώνα για ελευθερία, ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα.

Δεν θα ήταν προχωρημένη διαπίστωση να αναγνωρίσουμε ότι με τον αγώνα της Ανεξαρτησίας των Ελλήνων πραγματώνεται σε αφετηριακό επίπεδο, η ιδέα του Γερμανού φιλοσόφου, Γιόχαν Φίχτε του 18ου αιώνα, πως εφεξής η έννοια της πατρίδας θα συσχετίζεται με την έννοια ενός έθνους ως μίας κοινότητας που θα είναι αποτέλεσμα εκείνων των κοινών συνιστωσών, οι οποίες στάθηκαν ικανές στη διαμόρφωση της συνείδησης και της συλλογικότητάς τους. Αυτές τις συνιστώσες τις απαρτίζουν η γλώσσα, τα ιδεώδη, η θρησκεία, τα δημογραφικά χαρακτηριστικά και ο πολιτισμός, οι οποίες, κατά τον Γάλλο ιστορικό και φιλόσοφο Ρενάν, δημιουργούν την κοινή παράδοση, τον κοινό προσανατολισμό, την κοινή ταυτότητα, καθώς και την κοινή επιθυμία των μελών – ατόμων για τη διαφύλαξη και την αποκλειστική συνέχιση αυτής της παράδοσης και του αισθήματος της ενότητας.

Ως εκ τούτου ο αγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία μέσω του οποίου ωριμάζει η ιδέα της πατρίδας, δεν συνεισφέρει απλά σε μια ιδιοκτησιακή ή απλά γεωγραφική κατανόηση της έννοιας της πατρίδας, που συμπεριλαμβάνεται σε φράσεις ως ο τόπος όπου «εδώ γεννήθηκα», «εδώ ζω», «εδώ έχω θάψει τους νεκρούς μου», αλλά συμβάλλει να στερεώνεται ως μια  δημόσια σχέση των ανθρώπων με την ελευθερία και τη δημοκρατία. Η «πατρίδα» θα συνιστά σαφώς και τον γενέθλιο τόπο, συγχρόνως και πέραν αυτής της βιολογικής ανάγκης, θα εκφράζεται ως επικράτεια εκείνων των όρων που καθιστούν την ανθρώπινη ζωή ανεκτή και σεβαστή, να αξιώνεις και να αξιώνεσαι να τη ζεις.  

Ωστόσο, μ’ αυτή την πρωτόγνωρη βιωματική σχέση, τη ζωτικά δημιουργική, που κατόρθωσαν, επαναστατώντας οι Έλληνες, να αναλάβουν με  την ιδέα της Πατρίδας, καθιστώντας την «ορόσημο» της Ελευθερίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριφέρθηκαν εντελώς παραδειγματικά για τους άλλους λαούς και επιβεβαίωσαν όλα τα δικαιώματα που, καθώς πρέπει να διαθέτουν από κοινού οι λαοί, εύλογα, θα συστήνουν, στον 20 αιώνα, τον αξιακό κώδικα του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Με τον ψυχικό τους δυναμισμό πέτυχαν να προσδώσουν στην ιδέα της πατρίδας παναθρώπινο και οικουμενικό χαρακτήρα. Την μετασχημάτισαν σ’ έναν τόπο νοσταλγίας, επιστροφής και αποδοχής, για όλους εκείνους τους ξένους, τους Ευρωπαίους, τους Φιλέλληνες, που χωρίς να είναι η γενέθλια γη τους, αφενός τους προσκάλεσαν να νιώσουν ευπρόσδεκτοι και αφετέρου τους προκάλεσαν με τις πράξεις τους να πλαταίνουν την πατρίδα, το σχηματιζόμενο Νεοελληνικό Κράτος, ως τον φυσικό χώρο που μπορεί να υπερβαίνει το μισαλλόδοξο, το επιθετικό και να υπόσχεται την αμοιβαία κατανόηση, την αλληλεγγύη,  την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ως «Εύξεινο τόπο» τον απαλλαγμένο από τις παρενέργειες που υποδαυλίζουν, εξάπτουν και εξαγριώνουν το αίσθημα της πατρίδας.   

Εάν βέβαια επιθυμούμε να αξιολογήσουμε με συγχρονικούς όρους, το 2021, διακόσια χρόνια μετά από το «πηγαίο θαύμα» του 1821, την αίσθηση της πατρίδας, ίσως θα πρέπει να προβληματιστούμε, συμμεριζόμενοι την άποψη της διακεκριμένης Γαλλίδας φιλοσόφου, ελληνίστριας Φιλολόγου Μπαρμπαρά Κασέν εάν η έννοια της Πατρίδας αποδιοργανώνεται προς το χειρότερο.  Τι θα πει για εμάς πατρίδα, όταν κυριαρχεί το ατομικό έναντι του συλλογικού, όταν ολοένα και λιγότερο γνωρίζουμε τη γλώσσα μας, τον πολιτισμό μας, την Ιστορία, εν τέλει  και την προσωπική μας ιστορία; Τι είναι αυτό που μας κάνει να νοιώθουμε σαν την πατρίδα μας; Τι είναι πραγματικά σημαντικό; Τι πραγματικά θέλουμε; Δεν μας διαφεύγει και μάλιστα ανεπανόρθωτα, πως την πατρίδα ως ζωτικά δημιουργική έννοια πρέπει να την ορίζουν η  συνεργασία και η αλληλεγγύη κατά το πρότυπο του Εικοσιένα; Μήπως, καθώς το «εμείς» καθίσταται το σύγχρονο πολιτικό πρόβλημα, διακυβεύονται, στη σημερινή κρίσιμη συγκυρία, οι ιδέες που αποτέλεσαν πηγή διδαγμάτων και έμπνευσης κατά την εγκαθίδρυση του Νεώτερου κυρίαρχου Ελληνικού Κράτους; 

Εάν εξακολουθούμε να θεωρούμε, σε περιόδους υγειονομικής, αξιακής, κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, την πατρίδα ως «το απαραίτητο πλαίσιο της ανθρώπινης ζωής», τότε θα πρέπει να θεωρούμε την ύπαρξή της ως αναγκαία συνθήκη για την ισότιμη και αξιοπρεπή παγκόσμια συγκατοίκηση, ως προαπαιτούμενο για το σεβασμό του διαφορετικού και κυρίως ως παράγοντα ανάπτυξης της χώρας. Πολύ δε περισσότερο, εάν συνεχίζουμε νε επιμένουμε σε μια αδιέξοδη υποκειμενική αυτάρκεια που υποβιβάζει την ποιότητα και το ήθος του αγώνα της Ανεξαρτησίας, που καθιστά το περιεχόμενο της Ιστορίας το πλούσιο σε διδάγματα αγωνιστικότητας, μια συναισθηματική ή  ρομαντική πατριωτική επετειακή εκδήλωση, δηλαδή τυπική επανάληψη ή απλή υπόμνηση ή κενή ρητορεία, τότε, δυστυχώς, είναι ορατός ο κίνδυνος να συνεκτιμάται η αξία της πατρίδας με τα ποσοτικά κριτήρια των τηλεοπτικών παραγωγών και των αδηφάγων μετρήσεων.

*Διδάκτωρ Φιλοσοφίας ΑΠΘ - Συντονιστής Εκπαιδευτικού έργου Φιλολόγων