Περί Αγιάς Σοφιάς... | PellaNews

Περί Αγιάς Σοφιάς...

Αντώνης Τουμανίδης

Η UNESCO, δίχως να προκαλεί καμία έκπληξη το γεγονός, εκκωφαντικά απούσα. Τα μέλη του ελληνικού κοινοβουλίου σε πλήρη σύγχυση. Αλλά και ένας χριστιανικός κόσμος διαιρεμένος εδώ και αιώνες. Η κεφαλή της Αγίας Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, προς το παρόν, σιωπά. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας παραμένει αποκομμένη εξαιτίας του καισαροπαπισμού που η ίδια, απροκάλυπτα, υιοθέτησε. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης —η κεφαλή της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας— αδύναμος, ως εκ των πραγμάτων, να αντιδράσει, στο πλαίσιο μιας αναχρονιστικής τουρκικής κοινωνίας. Και ένα πολιτιστικό μνημείο μοναδικής αξίας κανιβαλίζεται.  

Ακολουθεί απόσπασμα από το ακυκλοφόρητο βιβλίο «Η Πτώση».

29 ΜΑΪΟΥ 1453, ΜΕΓΑ ΠΑΛΑΤΙΟΝ

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν ο Ιουστινιάνης, βαριά τραυματισμένος και με το βλέμμα χαμηλωμένο, απευθύνθηκε προς τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο.

«Όλα χάθηκαν. Πρέπει να σε φυγαδεύσουμε αυτοκράτορα μου τώρα, πριν να είναι πολύ αργά. Γιατί η Κωνσταντινούπολη όταν ο ήλιος ανατείλει δε θα υπάρχει πια.»

Ο αυτοκράτορας, φορώντας το χρυσοποίκιλτο κλιβάνιο* του, έστεκε μαρμαρωμένος να κοιτάει το κενό.

«Χθες το βράδυ δεν κατόρθωσα να πεθάνω. Ίσως είμαι τυχερός απόψε...», είπε τελικά σπάζοντας τη σιωπή του.

Και για πρώτη φορά, μετά από καιρό, ο Ιουστινιάνης τον είδε να χαμογελάει. Δίχως να πει τίποτα άλλο ο επικεφαλής των Γενουατών, υποβασταζόμενος από έναν νεαρό στρατιώτη και κουτσαίνοντας, αποχώρησε από το Πορφυρό Δωμάτιο. Ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπε τον αυτοκράτορα.

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ ο Παλαιολόγος στάθηκε στη μέση του δωματίου και διέτρεξε με το βλέμμα του τους πορφυρούς τοίχους που τον κύκλωναν εκείνη τη στιγμή περισσότερο απειλητικοί από ποτέ. Και είδε κύματα αίματος να βγαίνουν από αυτούς. Τα ορμητικά αφρισμένα κύματα κάλυψαν το δωμάτιο. Καθώς το αίμα εισχωρούσε στο λαιμό του και του στερούσε κάθε ανάσα ζωής είδε να ξεδιπλώνονται μπροστά του οι τελευταίες στιγμές του λαού του. Είδε την κόλαση.

Ένα ημίγυμνο κορίτσι με χέρια γεμάτα πληγές, κραυγάζοντας και με μάτια ορθάνοιχτα από τον τρόμο, ρίχτηκε από τον εχθρό σε ένα πηγάδι. Ένας ληστής άρπαξε ένα βρέφος, από τα χέρια της μητέρας του που το θήλαζε κρυμμένη σε μια γωνιά, και το κάρφωσε στο ακόντιο του. Στη συνέχεια περιέφερε το ακόντιο, ως άλλο τρόπαιο, στην πόλη που φλεγόταν.

Ένας δυνατός κρότος επανέφερε τον Κωνσταντίνο στην πραγματικότητα. Τα τείχη δε θα κρατούσαν για πολύ ακόμα.

Ο Ιουστινιάνης είχε μόλις βγει από το Μέγα Παλάτιον. Ο νεαρός στρατιώτης τον ρώτησε τι θα απογίνει η Κωνσταντινούπολη. Ο άντρας δεν τον κοίταξε. Μόνο ψέλλισε. «Εάλω η Πόλις.» 

29 ΜΑΪΟΥ 1453, ΒΑΤΙΚΑΝΟ

Ο ήλιος μόλις είχε ξεπροβάλλει –βαμμένος στο χρώμα της πορφύρας– όταν ο Πάπας Νικόλαος Ε΄ άνοιξε τα μάτια του έντρομος, σαν να είχε ξυπνήσει από τον χειρότερο εφιάλτη.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι του και δίχως να βάλει τα Ποντιφικά άμφια βγήκε από τα ιδιαίτερα διαμερίσματα του και κατευθύνθηκε στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του καρδινάλιου Αλφόνσο. Χτύπησε με μανία την πόρτα. Όταν ο καρδινάλιος επιτέλους άνοιξε είδε την Αγιότητα του γονατισμένη να κλαίει με αναφιλητά. Γονάτισε και εκείνος.

«Τι συμβαίνει Άγιε Πατέρα;»

«Η πόλη…»

«Ποια πόλη;

«Η Κωνσταντινούπολη έπεσε και ο Θεός δε θα μας το συγχωρέσει ποτέ αυτό…»

*κλιβάνιο: πανοπλία

Copyright ©2020, Αντώνης Τουμανίδης