ΠΕΡΙ ΕΘΝΙΚΗΣ «ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ»...του Χρήστου Ζηκούλη | PellaNews

ΠΕΡΙ ΕΘΝΙΚΗΣ «ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ»...του Χρήστου Ζηκούλη

του Χρήστου Ζηκούλη

Φιλολόγου - Συγγραφέα

Η αλήθεια είναι πως το παρόν άρθρο είχα αποφασίσει να το γράψω πριν την 25η Μαρτίου. Το «κύμα», όμως, εθνικής υπερηφάνειας που κατέκλυζε σύμπαν το πανελλήνιο έπνιξε κάθε αρχική μου σκέψη. Μετά, πάλι, συλλογίστηκα πως δεν θα ήταν και τόσο συνετό εκ μέρους μου να περιμένω άλλα 100 χρόνια για να γράψω όλα αυτά που επιθυμούσα. Έτσι αποφάσισα να συντάξω, έστω και έπειτα από την πάροδο μερικών ημερών, τις λιγοστές τούτες αράδες, χρήσιμες ή όχι το αφήνω στην κρίση του καθενός...

Η αλήθεια, επίσης, είναι πως στην πραγματικότητα κάθε προσπάθεια απόκτησης ουσιαστικής ανεξαρτησίας των Ελλήνων και, κατ’ επέκταση, του κράτους που προσπαθούσαν να δημιουργήσουν, τελείωσε με τη δολοφονία του Ιωάννη Καπο­δίστρια, ενός εξαιρετικού ανθρώπου που εγκατέλειψε όλα τα αξιώματα και τις τιμές που μέχρι τότε του είχαν επιδαψιλεύσει σημαντικά κράτη της εποχής, και ήρθε να προσφέρει ανιδιοτελώς τις υπηρεσίες του σε ένα κυριολεκτικά καθημαγμένο και δίχως μέλλον τόπο. Η δολοφονία αυτού του μεγάλου πνεύματος που τιμάται ακόμη και σήμερα από υπανάπτυκτες χώρες όπως η Ελβετία, σηματοδότησε το τέλος μιας προσπάθειας που μπορεί να ξεκίνησε με αγαθές προθέσεις το 1821, ωστόσο πολύ γρήγορα ξέπεσε, για να πάρει τη μορφή του εμφύλιου κατασπαραγμού.

Αλήθεια, τέλος, είναι πως μπορεί οι περισσότεροι σήμερα να καμαρώνουμε για τους αγώνες των προγόνων μας, αγνοώντας βεβαίως η συντριπτική πλειοψηφία βασικά ιστορικά γεγονότα, αλλά θα πρέπει να γνωρίζουμε πως η «ανεξαρτησία» αυτή δεν αποκτήθηκε τόσο με τους δικούς μας αγώνες –την ηρωική εικόνα των οποίων καταφέραμε πολύ γρήγορα να την αμαυρώσουμε με το χυμένο αδελφικό αίμα– όσο μας παραχωρήθηκε –όχι βεβαίως δίχως ανταλλάγματα– από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία), τα σχέδια των οποίων ανέλαβαν να υπηρετήσουν από του χρονικού εκείνου σημείου μέχρι και σήμερα τοπικοί «αντιπρόσωποι». Μπορεί να μην αρέσει ή τουλάχιστον να μη φαντάζει τόσο ηρωικό –και σίγουρα δεν επισημάνθηκε κατά τις επετειακές εκπομπές των τελευταίων ημερών–, αλλά μέσα σε λίγα χρόνια η Ελληνική Επανάσταση είχε ουσιαστικά σβήσει εξαιτίας, αρχικά, του αδελφοκτόνου εμφύλιου πολέμου και, τελικά, του σπαθιού του Ιμπραήμ που με αμείλικτη βαναυσότητα είχε βαλθεί να εξαφανίσει καθετί το ελληνικό.

Η δολοφονία, λοιπόν, του Ιωάννη Καποδίστρια, για να επιστρέψουμε σε αυτήν, από χέρι μάλιστα ελληνικό (φαντάζει απίστευτο, είναι όμως πραγματικό: η προσωπογραφία του δολοφόνου του Μαυρομιχάλη «κοσμεί» την Εθνική Πινακοθήκη!), σήμανε και το οριστικό τέλος κάθε προσπάθειας και επιδίωξης για πραγματική ανεξαρτησία. Έκτοτε, η Ελλάδα μετατράπηκε ουσιαστικά σε ένα προτεκτοράτο, στην ηγεσία του οποίου εναλλάσσονταν ηγέτες, αφού προηγουμένους είχαν λάβει την έγκριση των προστάτιδων δυνάμεων: Κωλέττης, Μαυροκορδάτος, Δηλιγιάννης, Τρικούπης και άλλοι στον 19ο αιώνα, μα και «εθνάρχες» σαν τον Βενιζέλο αρχικά ή και σαν τους πιο πρόσφατους στον 20ό. Κοινό χαρακτηριστικό όλων η ανάπτυξη και θεμελίωση ενός κομματικού κράτους που, όσο θέριευε, τόσο κατέπνιγε κάθε άξια μορφή, η οποία τολμούσε να εναντιωθεί στο σύστημα. «Ή μεθ’ ημών ή καθ’ ημών» είναι το ρητό που εδώ και 200 χρόνια συνέχει κάθε μορφής πολιτικό σχηματισμό, για να αποτελεί την πυξίδα, αλλά και το ρητό που επαναφέρει στην τάξη και συνετίζει όποιον επιχειρεί να αντισταθεί στον αφόρητο κομματισμό («Το πρόβατο έξω από τη στάνη το τρώει ο λύκος», είχε θυμόσοφα αποφανθεί Έλληνας πολιτικός με ηπειρώτικες καταβολές). Ακόμη και η κυρίαρχη –για αρκετές δεκαετίες– εθνική ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας εκπορεύθηκε από έναν πολιτικό όπως ο Κωλέττης, ο οποίος αποτέλεσε πραγματικό όνειδος με τις πράξεις και τις επιλογές του (σε μία από τις επετειακές εκπομπές που κατά κόρον προβάλλονταν το τελευταίο διάστημα άκουσα να κατατάσσουν μέχρι και αυτόν στη χορεία των ηρώων του 1821!).

Το ερώτημα, λοιπόν, που αβίαστα προκύπτει είναι πόσο πραγματικά ανεξάρτητοι καταφέραμε να γίνουμε, εθνικά αλλά κυρίως ατομικά, μέσα σε αυτά τα 200 χρόνια, πόσο μπορέσαμε να καλλιεργηθούμε ως λαός αλλά και ως μεμονωμένες οντότητες. Θλιβερή η διαπίστωση, χωρίς να επιτρέπει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για το μέλλον: ελάχιστα ή σχεδόν καθόλου. Τα εν Ελλάδι γαλλικό, αγγλικό και ρωσικό κόμματα ήρθαν να αντικαταστήσουν στη συνέχεια άλλα, πάντα υπό την κηδεμονία μιας μεγάλης δύναμης, της αγγλικής (αμερικανικής μετά τον Β’ ΠΠ) πολιτικά, της γαλλικής πνευματικά, και της ρωσικής θρησκευτικά. «Τίποτα, λοιπόν, καλό δεν συνέβη όλα αυτά τα 200 χρόνια;» θα αντιτείνει κάποιος, έτοιμος να αποδώσει στον γράφοντα αναμενόμενο ίσως ράπισμα αγανάκτησης – ας είναι καλά η εθνική «παιδεία» που έχει κάνει καλά τη δουλειά της όλα αυτά τα χρόνια. Η απάντηση δεν είναι δύσκολη, δεν ξέρω μόνο αν είναι και ικανοποιητική: Ασφαλώς, κάθε λαός στην ιστορική του πορεία γνωρίζει κάποιες στιγμές εθνικού μεγαλείου ή έξαρσης. Το ζητούμενο, βεβαίως, είναι ποια η κατάληξη αυτών των επιτυχιών. Στην περίπτωση της Ελλάδας, τους απελευθερωτικούς αγώνες του 1912-13 και τη νικηφόρα συμμετοχή στον Α’ ΠΠ ακολούθησε πολύ σύντομα η Μικρασιατική καταστροφή, με τους συμμάχους μας –αυτούς που σήμερα προσκαλούμε να παρακολουθήσουν παρελάσεις και εορταστικές εκδηλώσεις– να θωρούν απαθείς τους «συνωστισμένους» Έλληνες να σφάζονται ανηλεώς από τους Τούρκους στην προκυμαία της Σμύρνης, κάποιοι από αυτούς μάλιστα –σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής– βάζοντας τις μπάντες να παίζουν στα πλοία τους για να μην ακούγονται τα φρικιαστικά ουρλιαχτά των Ελλήνων. Λίγα χρόνια αργότερα, το Έπος του 1940 ακολούθησε άλλος ένας εμφύλιος πόλεμος, συνδαυλιζόμενος από –ποιους άλλους;– τους «φίλους» μας Βρετανούς, αυτούς που, όπως λέει και το γνωστό άσμα της Σοφίας Βέμπο, λησμόνησαν πολύ γρήγορα «...τα λόγια εκείνα τους που μας τα λέγαν κάθε βράδυ απ’ τα Λονδίνα τους...» (κάποιος με πληροφόρησε ότι τα ελληνικά ΜΜΕ τόνισαν με έμφαση πως ο πρίγκιπας Κάρο­λος δάκρυσε –μη στριφογυρίσετε στους τάφους σας, ήρωες Καραολή, Γρηγορίου, Αυξεντίου και τόσοι άλλοι της ΕΟΚΑ!– κατά την κατάθεση στεφάνου στον Άγνωστο Στρατιώτη! Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια ή όχι το γεγονός. Αν πάντως αληθεύει, θα ήταν σίγουρα όχι από συγκίνηση αλλά από έκπληξη, γιατί ποτέ ίσως στην παγκόσμια Ιστορία δεν υπήρξε λαός τόσο αφελής και επιλήσμων όσο ο ελληνικός, την ίδια στιγμή που επαίρεται για το ένδοξο παρελθόν του!)

Αν, βεβαίως, κάτι προβάλλει ως ακόμη πιο τραγικό είναι όχι μόνο η εθνική υποτέλεια, μα και η ατομική, την οποία δεν μπορέσαμε να αποτινάξουμε σχεδόν ποτέ. Χαιρόμαστε, σχεδόν εκλιπαρούμε, ακόμη και σήμερα, την εποχή της κομματικής καταβαράθρωσης, να μας σφίξει το χέρι η εξουσία –η κάθε μορφής εξουσία–, την οποία ανερυθρίαστα κολακεύουμε, ώστε να την έχουμε με το μέρος μας, κι αυτή, αντιλαμβανόμενη σαφώς την αδυναμία μας, φροντίζει να την ενισχύει διαρκώς, επιχαίροντας για τη μοναδική, στ’ αλήθεια, ηλιθιότητά μας. Ο παλαιάς κοπής πολιτικός έχει βέβαια αντικατασταθεί από άλλες πιο σύγχρονες εκδόσεις, μόνο που η επιδίωξη παραμένει πάντα η ίδια: η διαιώνιση στην εξουσία και η εξόντωση –μεταφορική ή κυριολεκτική– κάθε φωνής που αντιστέκεται, γιατί πολύ απλά στο ελληνικό κράτος ο πραγματικά και πνευματικά ανεξάρτητος άνθρωπος όχι μονάχα δεν είναι αρεστός, αλλά θεωρείται και επικίνδυνος. Αποτέλεσμα όλων αυτών των καταστάσεων είναι η φυγή στο εξωτερικό όλων των υγιών δυνάμεων του έθνους που πνίγονται μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο που επιβάλλει κυριαρχικά η εκάστοτε ποικιλώνυμη εξουσία (δεξιά, αριστερά, κεντρώα, δεν έχει σημασία, καθώς όλες εξυπηρετούν από διαφορετικό μετερίζι τον ίδιο σκοπό) και ο μαρασμός, η θλιβερή περιθωριοποίηση, όσων δύστυχων αποφασίσουν να παραμείνουν στην Ελλάδα. Στ’ αλήθεια, πόσο μπορετό είναι να βλέπεις άτομα να ανελίσσονται όχι γιατί στ’ αλήθεια το αξίζουν, αλλά γιατί είτε εξασφάλισαν κάποιο κομματικό χρίσμα, είτε φρόντισαν σοφά ποιώντας να «ανακατευτούν» από νεαρής ηλικίας σε κομματικές οργανώσεις, είτε –σε τοπικό επίπεδο κυρίως– διαθέτουν απλώς και μόνο μεγάλο σόι (χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και άξιοι τέτοιοι), ικανό να τους χαρίσει περίοπτες θέσεις σε δημοτικά συμβούλια ή ακόμη και διοικητικούς θώκους;

Η βασική συνιστώσα, λοιπόν, του καθημερινού βίου του Έλληνα «πολίτη» όλα αυτά τα 200 χρόνια ήταν η άκρατη, άμετρη, βάναυση και ατιμωτική υποταγή στο κομματικό κράτος. Ένα κράτος που σε κάθε του έκφανση έκρινε όχι βάσει της αξίας αλλά αυτής ακριβώς της κομματικής υποταγής. Τα κόμματα (πόσο, στ’ αλήθεια, αποκαλυπτική είναι η ελληνική γλώσσα: κόμμα = σημείο στίξης που χωρίζει) πολύ γρήγορα δημιούργησαν τους δικούς τους «στρατούς», «φυτεύοντας» στο μυαλό του καθενός Έλληνα την πεποίθηση πως ουδεμία ανέλιξη είναι δυνατή δίχως υποταγή, όχι πλέον στον αφέντη πασά, μπέη ή αγά, μα στον εκάστοτε κομματάρχη, κοινοτάρχη, δήμαρχο, βουλευτή, υπουργό ή πρωθυπουργό. Τη θλιβερή πορεία ήρθε να συμπληρώσει τα τελευταία 40 χρόνια η επιβολή των πιο ευτελών αξιών,  συνδυασμένων με την ανάδειξη ως σημαντικών των πιο ανάξιων προσώπων, με παράλληλη περιθωριοποίηση και «εξόντωση» των αρίστων. Όλα αυτά συνθέτουν ένα δυσώδες σκηνικό αναξιοκρατίας, ανηθικότητας και ευτέλειας, του οποίου τα θλιβερά αποτελέσματα βιώνουμε τα τελευταία 10 χρόνια στη διάρκεια μιας κρίσης που ονομάστηκε «οικονομική», μα που είναι κυρίως ηθική όσο και πνευματική.

Αν, ωστόσο, σε ατομικό επίπεδο μπορούμε να τρέφουμε ακόμη όνειρα και φιλοδοξίες επαγγελματικές, οικογενειακές, πολιτικές (για τις τελευταίες δεν χρειάζεται δα και πολλή προσπάθεια: αρκεί η απόκτηση κομματικής ταυτότητας και μια άμετρη και κενή ουσιαστικού περιεχομένου χρήση των λεγόμενων «μέσων κοινωνικής δικτύωσης» που ουσιαστικά έχουν καταστεί –ειδικά κατά τα τελευταία χρόνια, μέσα από την επιδίωξη απόκτησης όσο το δυνατόν περισσότερο «λάικ» σε κάθε λογής ανούσια ανάρτηση– το κύριο μέτρο επιβεβαίωσης και ανάδειξης του «μεγέθους» ενός πολιτευόμενου), σε εθνικό επίπεδο τα πράγματα δεν προβάλλουν και τόσο ρόδινα. Το αντίθετο, μάλιστα! Μπορεί οι Μεγάλες Δυνάμεις να επέτρεψαν τη δημιουργία του κράτους μας, να το διατήρησαν και να το διατηρούν γιατί εξυπηρετεί τα γεωπολιτικά τους σχέδια, ωστόσο δεν αποκλείεται κάποια στιγμή, αν αυτά ακριβώς τα σχέδια δεν εξυπηρετούνται πλέον, να αποφασίσουν την ομοσπονδοποίησή μας ή ακόμη και τον διαμελισμό μας, αν βεβαίως εξακολουθούμε να υπάρχουμε ως λαός έπειτα από κάποιες δεκαετίες και δεν έχουμε εξαφανιστεί από τη σοβούσα –και ίσως μη αναστρέψιμη πλέον– υπογεννητικότητα.

Τώρα, λοιπόν, που οι γαλανόλευκες σημαίες σταμάτησαν να κυματίζουν υπερήφανα και πετάχτηκαν σε μια γωνιά, για να αναζητηθούν εναγωνίως στην επόμενη εθνική επέτειο, τώρα που τα τσαρούχια έπαψαν να προτείνονται ως μενταγιόν από ευφάνταστους χειροτέχνες, τώρα που κόπασε η δημοσίευση ρητών του ’21, τώρα που όλοι μάθαμε ιστορία μέσα από τις αμέτρητες εκδόσεις ιστορικών βιβλίων των τελευταίων μηνών, ήρεμοι πλέον πως και φέτος –ειδικά– πράξαμε το καθήκον μας, ας καθίσουμε να συλλογιστούμε τι έχουμε να περιμένουμε από το μακροπρόθεσμο μέλλον μας. Τα μηνύματα είναι μάλλον δυσοίωνα. Μπορεί να γιορτάσαμε τα 200 χρόνια εθνικής παλιγγενεσίας, αλλά προσωπικά θεωρώ πολύ αμφίβολο ότι το ίδιο θα συμβεί και έπειτα από 100 χρόνια. Μια λύση θα ήταν να επιχειρήσουμε ως λαός, αρνούμενοι τη συχνά προβαλλόμενη ανά τον πλανήτη έωλη μοναδικότητά μας, να αναγνωρίσουμε τα λάθη και τις παραλείψεις μας, την τραγική μας άγνοια σε πολλά θέματα, να αναζητήσουμε ηγέτες πραγματικούς και όχι δημιουργημένους μέσα από το Facebook ή το Instagram, να στραφούμε ξανά σε αξίες ουσιαστικές, και –γιατί όχι;– να ξαναγράψουμε την Ιστορία μας επιχειρώντας έναν τίμιο και όσο το δυνατόν αντικειμενικό –όχι μέσα από παραμορφωτικούς κομματικούς φακούς και ιδεοληψίες– επαναπροσδιορισμό μας ως λαού, κι έτσι να ξεκινήσουμε και πάλι από την αρχή, μια αρχή λυτρωτική και συνάμα ουσιαστική. Φευ, όμως! Όλα αυτά φαντάζουν όχι μόνο εξαιρετικά δύσκολα, αλλά σχεδόν ουτοπικά για τον σημερινό Έλληνα και, κατ’ επέκταση, για τη σύγχρονη Ελλάδα!