Τι θέλει ένα παιδί; | Page 2 | PellaNews

Τι θέλει ένα παιδί;

της Δήμητρας Αθανασοπούλου

Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Ζίγκμουντ Φρόιντ εξέταζε, σε αρκετά γραπτά του, τη ρυθμιστική λειτουργία του οιδιπόδειου συμπλέγματος στη δόμηση του ψυχισμού του παιδιού. Εκτοτε άλλαξαν πολλά καθώς το οικογενειακό φροϊδικό μυθιστόρημα επανεγγράφηκε μετά την ανάδυση νέων μορφών γονεϊκότητας και συνεπώς νέους τρόπους εγγραφής του θεσμού της οικογένειας στη συλλογικότητα.

Τι έχει να προσθέσει ένα νομοσχέδιο για την αναγκαστική συνεπιμέλεια στα μέσα του 2021; Κατά πόσο είναι καλό για το «συμφέρον του τέκνου»; Και κυρίως, τι θέλει ένα παιδί, τι περιμένει από τους γονείς του και πώς εκείνοι μπορούν να σταθούν στη θέση του γονιού;

Ο Δημήτρης Ρούσος, νομικός και διαπιστευμένος διαμεσολαβητής, συνοψίζει την εμπειρία στη διαμεσολάβηση για την επίλυση διαφορών μεταξύ των διαζευγμένων γονέων σε μια φράση ενός παιδιού που ήταν παρόν σε ένα από τα κυκλικά τραπέζια: «Αυτό που θέλω είναι να βλέπω τους γονείς μου και ας είναι σε διαφορετικά σπίτια». Ο έμπειρος διαμεσολαβητής εξηγεί πως ο τρόπος για να κρίνουμε εάν είναι καλό ή όχι το νομοσχέδιο είναι να έρθουμε στη θέση ενός παιδιού που βλέπει τους γονείς του να χωρίζουν και να ανατρέπεται η καθημερινότητά του.

«Από την εμπειρία μου ως διαμεσολαβητής αλλά και ως δικηγόρος, εκτιμώ ότι τέτοιου είδους διαφορές θα πρέπει να επιλύονται σε ένα κυκλικό τραπέζι συζήτησης –οι γωνίες σε ένα τραπέζι δείχνουν αντίθεση, μην το λησμονούμε– και όχι τόσο στα ακροατήρια των δικαστηρίων, στα οποία η εμπειρία προξενεί άγχος και δυσφορία σε έναν ενήλικα, πόσω μάλλον σε ένα παιδί. Γενικά θεωρώ ελπιδοφόρα τη συμπόρευση ενός νομικού και ενός ψυχολόγου προκειμένου να δοθεί μια κατευθυντήρια γραμμή σε όσα ζευγάρια επιθυμούν να χωρίσουν και πριν κινηθούν στις δικαστικές αίθουσες. Ηδη η διαδικασία της διαμεσολάβησης έχει νομοθετηθεί σε αυτή την κατεύθυνση. Αλλως, προσωπική μου άποψη είναι η ίδρυση ειδικών οικογενειακών δικαστηρίων στη χώρα, καθώς παρατηρείται εκτίναξη των διαζυγίων και συνακόλουθα σημαντική καθυστέρηση στη δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων. Συμπεριφορές ενδοοικογενειακής βίας θα παρατηρηθούν, όπως παρατηρούνται και σήμερα. Δεν θα λυθούν με ένα νομοσχέδιο· είναι θέμα παιδείας», καταλήγει επαναλαμβάνοντας πως «αυτό που θέλει ένα παιδί είναι να διατηρήσει συχνή επαφή και με τους δύο γονείς του» και πως η «συνεπιμέλεια αποτιμάται θετικά, δοθέντος του γεγονότος ότι εδράζεται στην αρχή της μη διάκρισης μεταξύ των γονέων και την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας».

Τι συμβαίνει, ωστόσο, όταν οι γονείς έχουν συγκρουσιακή σχέση και είναι κακοποιητικοί; Κατά πόσο το νομοσχέδιο υπηρετεί τη δίκαιη αντιμετώπιση των πατέρων μέσα στη νέα κοινωνική πραγματικότητα και των ολοένα και περισσότερων ανασυγκροτημένων οικογενειών με παιδιά από διαφορετικό πατέρα και μητέρα; Κατά πόσο προστατεύει τις γυναίκες και τα παιδιά από την ενδοοικογενειακή βία; Μήπως δεν προάγεται μια πραγματικά συναινετική κουλτούρα μέσα από το προτεινόμενο νομοσχέδιο;

Αρκετοί εξέφρασαν την άποψη πως το νομοσχέδιο αφήνει εκτεθειμένους το παιδί και τη μητέρα σε ενδοοικογενειακή βία, άλλοι υποστηρίζουν ως λύση τη θέσπιση οικογενειακών δικαστηρίων, αντί για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια που εισάγει την εναλλασσόμενη κατοικία, κάτι που μπορεί να είναι επιζήμιο για την ψυχική υγεία του παιδιού.

Τα παιδιά έχουν ανάγκη κατοχύρωσης της συναισθηµατικής µονιµότητας

Η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής, στην έκθεσή της, τόνισε πως θα πρέπει να αποσαφηνιστεί το εννοιολογικό περιεχόμενο της λέξης «εξίσου» στην άσκηση γονικής μέριμνας, δεδομένου πως «είναι κοινώς γνωστό, σύµφωνα µε τα πορίσµατα της επιστήµης, ότι τα παιδιά έχουν ανάγκη κατοχύρωσης της συναισθηµατικής µονιµότητας, της σταθερότητας και της συνέχειας στη φροντίδα τους, που θα τους επιτρέψει να αναπτύξουν έναν ασφαλή ψυχοσυναισθηµατικό δεσμό µε το βασικό πρόσωπο φροντίδας τους. Οι ανάγκες αυτές δεν µπορούν να εξασφαλιστούν µε απλό µοίρασµα του χρόνου των παιδιών µεταξύ των δύο γονιών.

Η σταθερότητα αυτή επιτυγχάνεται χάρη στον σταθερό χώρο κατοικίας, στη συνέχεια στη φροντίδα, στη σταθερότητα του βασικού προσώπου φροντίδας, στο ήρεµο κλίµα που επικρατεί στις οικογενειακές σχέσεις, τη σαφήνεια των ρόλων, των χώρων και των σχέσεων. Οποιαδήποτε σύγχυση, οποιοδήποτε βίαιο “µοίρασµα” του παιδιού προς όφελος των ενηλίκων αποβαίνει σε βάρος της ψυχοσυναισθηµατικής ισορροπίας του παιδιού».

Στην ίδια έκθεση σημειώνεται πως «ως αόριστη νοµική έννοια, το συµφέρον του τέκνου εξειδικεύεται σε κάθε συγκεκριµένη περίπτωση µε κριτήρια αξιολογικά, τα οποία αντλούνται, µεταξύ άλλων, και από τα πορίσµατα της ψυχολογίας».

Για ποιο λόγο, λοιπόν, η Ελληνική Παιδοψυχιατρική Εταιρεία, ο κατεξοχήν επιστημονικός φορέας με θεσμικά κατοχυρωμένη ειδίκευση στην ψυχική υγεία των παιδιών, δεν κλήθηκε να καταθέσει τις απόψεις της για το επίμαχο νομοσχέδιο προτού ψηφιστεί στη Βουλή;

Ο Δημήτρης Ρούσος υποστηρίζει τη σημαντικότητα μιας θεσμοθετημένης συνδρομής από ψυχολόγο σε τέτοιες συναντήσεις. «Δεν είναι θέμα ανδρός και γυναικός. Τα ίδια λάθη κάνουμε οι άνθρωποι. Την καλύτερη λύση του κόσμου να μας προτείνει ένας άνθρωπος για τον οποίο κρύβουμε κάποιον εγωισμό, θα την αρνηθούμε», αναφέρει. Συνεπώς, υπάρχουν γονείς που δεν δρουν με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού αλλά για την ικανοποίηση της δικής τους εγωιστικής ανάγκης. Ακόμα κι αν αυτή εκφράζεται μέσα από την πρόθεση παροχής υπερφροντίδας, έτσι ώστε να δημιουργήσουν μια σχέση εξάρτησης με τα παιδιά τους, να γίνουν «αναντικατάσταστοι», χωρίς, ωστόσο, να τους δίνουν τα απαραίτητα εφόδια για να αποκοπούν και να κατακτήσουν μια ενήλικη θέση στις σχέσεις του με τους Αλλους.

Βάσει της ψυχαναλυτικής θεωρίας, ένα παιδί χρειάζεται αγάπη και κανόνες, δηλαδή τη χρειάζεται την επιβολή κάποιων απαγορεύσεων κατά την πορεία της ανάπτυξής του, εφόσον η διαπαιδαγώγηση των παιδιών σημαίνει παροχή των αναγκαίων εργαλείων, έτσι ώστε να ζουν αυτόνομα. Οι απαγορεύσεις, αρχικά, επιβάλλονται από τους γονείς και εν συνεχεία από την κοινωνία. Ετσι, το παιδί, αφού βρει τη θέση του μέσα στο ασυνείδητο των γονέων, εγγράφεται στην κοινωνική ζωή. Μοναδική προϋπόθεση; Η ύπαρξη ψυχικά υγιών κηδεμόνων και ενός οργανωμένου κοινωνικού συστήματος.

Συνεπώς, δεν έχουμε ανάγκη μόνο από νομοσχέδια, αλλά από σωστά οργανωμένες κοινωνικές υπηρεσίες και υπηρεσίες υγείας. Από ένα κράτος που προτού δράσει παρεμβατικά, έχει προνοήσει να δράσει προληπτικά. Και φυσικά, από ένα Κοινοβούλιο που δεν θα φιλοξενεί φωνές (όπως του Γιάννη Λοβέρδου) που υποστηρίζουν πως «ένας κακοποιητής μπορεί να είναι καλός πατέρας». Διότι, ένας κακοποιητής, όχι μόνο δεν μπορεί να αναλάβει την επιμέλεια κάποιου άλλου πλάσματος, αλλά έχει ανάγκη ο ίδιος από ψυχική βοήθεια και συνεχή εποπτεία. Τουλάχιστον.

πηγή: από τις "Νησίδες" της έντυπης "Εφημερίδας των Συντακτών", δημοσίευση efsyn.gr