Θ. Τζάκρη - Παρέμβαση για το νομοσχέδιο για τις στρατηγικές επενδύσεις | Επιτροπή Παραγωγής & Εμπορίου | PellaNews

Θ. Τζάκρη - Παρέμβαση για το νομοσχέδιο για τις στρατηγικές επενδύσεις | Επιτροπή Παραγωγής & Εμπορίου

Θεοδώρα Τζάκρη: «Το νομοσχέδιο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων για τις στρατηγικές επενδύσεις είναι μια ακόμη περίπτωση κατά παραγγελία νομοθέτησης, προσαρμοσμένης στις απαιτήσεις των επενδυτών».

Η βουλευτής Πέλλας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ κ. Θεοδώρα Τζάκρη στην τοποθέτησή της στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου, επί του Νομοσχεδίου του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων για τις «Στρατηγικές επενδύσεις και βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος μέσω της επιτάχυνσης διαδικασιών στις ιδιωτικές και στρατηγικές επενδύσεις και δημιουργία πλαισίου για τις εταιρείες τεχνοβλαστούς»,υπογράμμισε ότι, επειδή το νομοσχέδιο θέτει το πλαίσιο για την απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης,θα ήτανσωστό να  συμπληρώσει τον προηγούμενο νόμο για τις στρατηγικές επενδύσεις τον 4608/2019, ο οποίος κατά γενική ομολογία ήταν ένας καλός νόμος.

Θα περίμενε λοιπόν κάποιος ότι θα προσπαθούσε «να χτίσει» πάνω στο νόμο 4608 να τον βελτιώσει, να διορθώσει πιθανές προβληματικές διατάξεις που θα είχαν αναδειχθεί από τη μέχρι τώρα εφαρμογή του. Όμως δεν συμβαίνει αυτό.

Ο βασικός αντίλογος συνοψίζεται:

  • Στην απουσία συμφωνίας των εντασσόμενων σχεδίων με την Εθνική Αναπτυξιακή Στρατηγική (ΕΑΣ), αποδεσμεύοντας απολύτως το περιεχόμενο τους από την υποχρέωση να εντάσσεται σε μια πραγματική στρατηγική σύλληψη για την ελληνική οικονομία επαναφέροντας το τυχαίο, το περιστασιακό/ευκαιριακό που προέρχεται από πιέσεις επενδυτών.
  • Τη μείωση ή και το μηδενισμό των απαιτήσεων για νέες ετήσιες μονάδες εργασίας, γεγονός πουπροάγει συγκεκριμένες επενδύσεις και πρόκειται για σαφή ενίσχυση της απλής κατασκευής και πώλησης τουριστικών κατοικιών με ότι αυτό συνεπάγεται για τη χώρα με δεδομένα προβλήματα ανεργίας.
  • Τη διαδικασία αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, διάταξη μη ηθική και ενδεχομένως αντισυνταγματική, σύμφωνα με την οποία μπορούν να απαλλοτριώνονται εκτάσεις για ιδιωτικές επενδύσεις πόσο μάλλον όταν αυτές οι εκτάσεις ανήκουν σε ιδιώτες.
  • Στην γενικόλογη διεύρυνση του νέου καθεστώτος των «Εμβληματικών Επενδύσεων». Με τη δημιουργία δε, της τριμελούς επιτροπής τεχνοκρατών για την έγκριση αυτών των επενδύσεων και τον αποκλεισμό της δημόσιας διοίκησης,  αφήνει ένα τεράστιο περιθώριο για αυθαιρεσίες. Η εικόνα που τείνει να διαμορφωθεί στον ιδιωτικό τομέα στη χώρα είναι άκρως ανησυχητική δημιουργώντας συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού
  • Στην κατάργηση κριτηρίων αξιολόγησης των προτάσεων στη βάση των οποίων υπολογίζονταν τα ανταποδοτικά οφέληγια τις τοπικές κοινωνίες
  • Στην μεταφορά των αρμοδιοτήτων από το Υπουργείο Μακεδονίας- Θράκης (ΥΜΑΘ) στο Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων το νομοσχέδιο διακρίνεται από μια συγκεντρωτική διάθεση και αδιαφορία αξιοποίησης όλων των φορέων (και δη της Περιφέρειας) που διαθέτουν ανεκτίμητη τεχνογνωσία επί του θέματος. 
  • Στην πιο προβληματική διάταξη που έχει συγκεντρώσει ήδη πλήθος αντιδράσεων για την παράκτια ζώνη. Το νομοσχέδιο δημιουργεί και ένα κίνητρο που ευνοεί την αλλοίωση με τεχνικά έργα του φυσικού ανάγλυφου της παράκτιας ζώνης, ενώ θα έπρεπε να διασφαλίσει ακριβώς το αντίθετο. Αφήνει ουσιαστικά εν λευκώ στον κάθε επενδυτή το δικαίωμα χρήσης και διαμόρφωσης αιγιαλών. Η παράκτια ζώνη δεν αντιμετωπίζεται ως κοινόχρηστο αγαθό και περιβαλλοντικός πόρος, αλλά θεωρείται αποκλειστικά οικονομικός πόρος περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την πρόσβαση του κοινού στον παράκτιο χώρο και κατ’ επέκταση στον ευρύτερο θαλάσσιο χώρο. Είναι φανερή η πρόθεση ιδιωτικοποίησης δημόσιου αιγιαλού

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της παρέμβασης:

«Κυρίες και Κύριοι Βουλευτές

Συζητούμε σήμερα ένα ακόμη νομοσχέδιο [του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων] που αποσκοπεί σύμφωνα με την αιτιολογική του έκθεση στη βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος για τις ιδιωτικές και στρατηγικές επενδύσειςμε την απλοποίηση των διαδικασιών και την άρση ασαφειών που έχουν εντοπιστεί κατά την εφαρμογή του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου και στον εκσυγχρονισμό αυτού. Στην ουσία όμως πρόκειται για μια ακόμη περίπτωση κατά παραγγελία νομοθέτησης, όπου η νομοθεσία προσαρμόζεται στις απαιτήσεις των επενδυτών.

Και εξηγούμαι,

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το νομοσχέδιο, αυτό χωρίζεται σε τρία(3 )μέρη:

Στο πρώτο Μέροςέχουμε την αναμόρφωση του υφιστάμενου και πολύ πρόσφατου ρυθμιστικούπλαισίου περί στρατηγικών επενδύσεων του νόμου 4608/2019 και παράλληλα την ενοποίηση διατάξεων των δύο βασικών νόμων περί στρατηγικών επενδύσεων, του νόμου 4608 και του προηγούμενου νόμου του 3894 του 2010, στην προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα  ενιαίο νομοθετικό κείμενο. Καταργούνται τα άρθρα 10 έως και 29 του νόμου 4608 που αφορούν στην προσέλκυση των Στρατηγικών Επενδύσεων και τα περισσότερα άρθρα του 3894 [τα άρθρα 1-24], ενώ παραμένει σε ισχύ το κεφάλαιο Θ [τα άρθρα 25-27]

Με το δεύτερο Μέρος του νομοσχεδίου επιχειρείται η αναμόρφωση του υφιστάμενου [και σχετικά πρόσφατου] αναπτυξιακού νόμου 4399/2016 καθώς και η βελτίωση της λειτουργίας επιμέρους θεμάτων των δυο προηγούμενων αναπτυξιακών νόμων: του 3908/2011 και του 3299/2004. Επίσης τροποποιείτε τον Αναγκαστικό Νόμο  89/1967 για τη διευκόλυνση εγκατάστασης αλλοδαπών εταιρειών στην ελληνική Επικράτεια. Επίσης, προβλέπεται η παροχή κίνητρων τα οποία διευκολύνουν την ίδρυση περισσότερων αυτοτελών εγκαταστάσεων των εταιρειών αυτών.

Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις του τρίτου Μέρους ρυθμίζεται σε ένα ενιαίο νομοθετικό πλαίσιο ο τρόπος ίδρυσης και λειτουργίας μίας spin-off) (νέων εταιρειών δηλαδή που έχουν ως αντικείμενο την εκμετάλλευση της γνώσης που παράγεται σε ερευνητικά εργαστήρια ή από ερευνητικούς και εκπαιδευτικούς οργανισμούς).

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή:

Όλοι οι προηγούμενοι νόμοι [πρέπει να παραδεχτούμε] είχαν ως βασικό στόχο να διευκολύνουν τις στρατηγικές επενδύσεις στη Χώρα, έχοντας υπόψη ότι αυτό που παρεμπόδιζε την ανάπτυξη τους στη χώραμας ήταν η υπερβολική γραφειοκρατία της ελληνικής διοίκησης. Σε συνδυασμό βέβαια με προβλήματα όπως η έλλειψη κτηματολογίου, η έλλειψη δασικών χαρτών, με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η πολεοδομική νομοθεσία εκείνη την περίοδο [μιλώ για την περίοδο του 2010] είναι γεγονός ότι το επιχειρηματικό περιβάλλον προσέλκυσης τέτοιων επενδύσεων δεν ήταν και τόσο φιλικό. Τουλάχιστον αυτό αποδεικνύεται από τα πραγματικά δεδομένα εκείνης της περιόδου.

Εκείνος λοιπόν ο νόμος [ο3894, ο πρώτος στη σειρά] το 2010 (να θυμίσω ότι είμασταν και στην απαρχή της οικονομικής κρίσης)προσπάθησε να περιορίσει το χρόνο που απαιτούνταν για την έγκριση μιας τέτοιας επένδυσης, περιορίζοντας ή και μηδενίζοντας την κρατική επιχορήγηση όταν οι στρατηγικέςαυτές επενδύσεις είχαν πρόσβαση στις διεθνείς αγορές χρήματος. Και η μεταρρυθμιστική του πρωτοβουλία εξαντλήθηκε στην δημιουργία μιας υπηρεσίας διαμεσολάβησης που θα εξυπηρετούσε μεμονωμένους επιχειρηματίες με στόχο κυρίως την υπέρβαση των διοικητικών εμποδίων και τη σύντμηση του χρόνου για τη λειτουργία μιας τέτοιας επιχείρησης στην Ελλάδα.

Μετά από περίπου 10 χρόνια εφαρμογής του νόμου 3894 και έχοντας βιώσει τη δεκαετή οικονομική κρίση υπήρξε πράγματι η ανάγκη για τη διαμόρφωση ενός νέου παραγωγικού μοντέλου Δίκαιης και Βιώσιμης Ανάπτυξης, που θα κινητοποιούσε την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας.Μιλάμε για μια ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη, την ενίσχυση της διαρθρωτικήςανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και τη δημιουργία νέων βιώσιμων θέσεων εργασίας. Έπρεπε να αντιμετωπιστεί η πρόσβαση στηχρηματοδότησηδιότι η χρηματοπιστωτική κρίση της τελευταίας δεκαετίας επηρέασε καταλυτικά τη δανειοδοτική ικανότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων, ελαχιστοποιώντας τις δυνατότητες του φθηνού δανεισμού για τις εγχώριες επιχειρήσεις.

Επίσης είχαν φανεί τα πρώτα αποτελέσματα του 3894.  Το θεσμικό πλαίσιο για τις στρατηγικές επενδύσεις χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά και μόνο από εκείνους ακριβώς τους κλάδους που δεν είχαν καμία ανάγκη κρατικής ενίσχυσηςκαι υπό αυτή την έννοια προσέλκυσε ελάχιστες επενδύσεις και μάλιστα σχεδόν αποκλειστικά στον κλάδο του τουρισμού.Οι λίγες σε αριθμό επενδύσεις [ήταν 15 αλλά δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω] που είχαν ενταχθεί μέχρι το 2019 ήταν ξενοδοχειακές μονάδες, ΑΠΕ (που οι περισσότερες «πάγωσαν» εξαιτίας του νέου θεσμικού πλαισίου για την αδειοδότηση και την τιμολόγηση τους κατά την περίοδο των μνημονίων) και κάποια Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που εντάσσονται αυτοδίκαια στο νέο καθεστώς[πχ Διευρωπαϊκά Δίκτυα Ενέργειας, Τηλεπικοινωνιών, έργα διασυνοριακών υποδομών].

Με το Νόμο 4608 του 2019,η τότε κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να περιορίσει την κρατική ενίσχυση για εκείνες τις επιχειρηματικές προσπάθειες που είχαν μεν προοπτικές αλλά η αγορά δεν μπορούσε να υποστηρίξει χρηματοδοτικά. Βασικός στόχος ήταν η προσέλκυση επενδύσεων σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως η καινοτομία, η μεταποίηση και οι νεοφυείς επιχειρήσεις. Παράλληλα προσπάθησε να εξειδικεύσει τα κριτήρια αξιολόγησης των επενδυτικών προτάσεων που υποβάλλονται και να δημιουργήσει ένα πλαίσιο ανταποδοτικών ωφελειών για τις τοπικές κοινωνίες.

Βέβαια πολλά έχουν αλλάξει από το 2019.

Είναι οι ανείπωτες συνθήκες που μας έχει επιβάλλει η πανδημία,

Είναι οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας μια ιστορική ευκαιρία που έχει η χώρα μας για να προσανατολιστεί σε ένα νέο παραγωγικό πρότυπο.

Αλλά τι έχουμε; Το εθνικό σχέδιο για το Ταμείο Ανάκαμψης διαμορφώθηκε χωρίς την εμπλοκή των ενδιαφερόμενων και με κατεύθυνση προς τις μεγάλες επιχειρήσεις δυο κυρίως τομέων του τουρισμού και των ΑΠΕ, αποκλείοντας ουσιαστικά τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.

Να θυμίσω ότι στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, την περίοδο 2021-26 αναμένεται να εκταμιευθούν 30,5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 17,8 δισ. € αφορούν σε επιχορηγήσεις και 12,7 δισ. € σε δάνεια. Eίναι η ιστορική μας ευκαιρία για την αλλαγή του οικονομικού και θεσμικού μοντέλου της χώρας ώστε να προχωρήσουμε προς ένα παραγωγικό μοντέλο περισσότερο εξωστρεφές, ανταγωνιστικό και πράσινο, προς ένα κράτος πιο αποτελεσματικό, με λιγότερη γραφειοκρατία, ψηφιακά αναβαθμισμένο, με δραστικά μειωμένη παραοικονομία, με φορολογικό σύστημα φιλικό προς την ανάπτυξη και ένα ανθεκτικότερο κοινωνικό δίκτυο προστασίας.

Το παρόν νομοσχέδιο [υποθέτω] ότι είναι το πλαίσιο για την απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.  Είναι το πλαίσιο που θα συμπληρώσει το προηγούμενο, το οποίο κατά γενική ομολογία ήταν ένα καλό πλαίσιο, ένας καλός νόμος.

Θα περίμενε λοιπόν κάποιος ότι θα προσπαθούσε «να χτίσει» πάνω στο νόμο 4608 να τον βελτιώσει, να διορθώσει πιθανές προβληματικές διατάξεις που θα είχαν αναδειχθεί από τη μέχρι τώρα εφαρμογή του. Όμως δεν συμβαίνει αυτό.

Ο βασικός αντίλογος συνοψίζεται:

  • Στην απουσία συμφωνίας των εντασσόμενων σχεδίων με την Εθνική Αναπτυξιακή Στρατηγική (ΕΑΣ), αποδεσμεύοντας απολύτως το περιεχόμενο τους από την υποχρέωση να εντάσσεται σε μια πραγματική στρατηγική σύλληψη για την ελληνική οικονομία επαναφέροντας το τυχαίο, το περιστασιακό/ευκαιριακό που προέρχεται από πιέσεις επενδυτών.
  • Τη μείωση ή και το μηδενισμό των απαιτήσεων για νέες ετήσιες μονάδες εργασίας, γεγονός πουπροάγει συγκεκριμένες επενδύσεις και πρόκειται για σαφή ενίσχυση της απλής κατασκευής και πώλησης τουριστικών κατοικιών με ότι αυτό συνεπάγεται για τη χώρα με δεδομένα προβλήματα ανεργίας.
  • Τη διαδικασία αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, διάταξη μη ηθική και ενδεχομένως αντισυνταγματική να απαλλοτριώνονται εκτάσεις για ιδιωτικές επενδύσεις πόσο μάλλον όταν αυτές οι εκτάσεις ανήκουν σε ιδιώτες.
  • Έχουμε μια εξαιρετικά γενικόλογη διεύρυνση του νέου καθεστώτος των «Εμβληματικών Επενδύσεων». Με τη δημιουργία δε, της τριμελούς επιτροπής τεχνοκρατών για την έγκριση αυτών των επενδύσεων και τον αποκλεισμό της δημόσιας διοίκησης,  αφήνει ένα τεράστιο περιθώριο για αυθαιρεσίες. Η εικόνα που τείνει να διαμορφωθεί στον ιδιωτικό τομέα στη χώρα είναι άκρως ανησυχητική δημιουργώντας συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού
  • Με την κατάργηση κριτηρίων αξιολόγησης των προτάσεων στη βάση των οποίων υπολογίζονταν τα ανταποδοτικά οφέληγια τις τοπικές κοινωνίες
  • Με την μεταφορά των αρμοδιοτήτων από το Υπουργείο Μακεδονίας- Θράκης (ΥΜΑΘ) στο Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων το νομοσχέδιο διακρίνεται από μια συγκεντρωτική διάθεση και αδιαφορία αξιοποίησης όλων των φορέων (και δη της Περιφέρειας) που διαθέτουν ανεκτίμητη τεχνογνωσία επί του θέματος. 
  • Με την πιο προβληματική διάταξη που έχει συγκεντρώσει ήδη πλήθος αντιδράσεων για την παράκτια ζώνη. Το νομοσχέδιο δημιουργεί και ένα κίνητρο που ευνοεί την αλλοίωση με τεχνικά έργα του φυσικού ανάγλυφου της παράκτιας ζώνης, ενώ θα έπρεπε να διασφαλίσει ακριβώς το αντίθετο. Αφήνει ουσιαστικά εν λευκώ στον κάθε επενδυτή το δικαίωμα χρήσης και διαμόρφωσης αιγιαλών. Η παράκτια ζώνη δεν αντιμετωπίζεται ως κοινόχρηστο αγαθό και περιβαλλοντικός πόρος, αλλά θεωρείται αποκλειστικά οικονομικός πόρος περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την πρόσβαση του κοινού στον παράκτιο χώρο και κατ’ επέκταση στον ευρύτερο θαλάσσιο χώρο. Είναι φανερή η πρόθεση ιδιωτικοποίησης δημόσιου αιγιαλού.»