Κορονοϊός- Ο ιός της μοναξιάς, του πόνου και του φόβου | PellaNews

Κορονοϊός- Ο ιός της μοναξιάς, του πόνου και του φόβου

Η μοναξιά στην κλινική Covid-19 και τη ΜΕΘ

Κατα μέσο όρο ένας ασθενής με κορονοϊό νοσηλεύεται για 10-20 ημέρες σε συνθήκες απομόνωσης.

Βρίσκεστε σε έναν θάλαμο νοσοκομείου, ξαπλωμένοι στο κρεβάτι και με δυσκολία αναπνέετε. Αυτό που βλέπετε, καθώς είστε κυρίως σε οριζόντια θέση, είναι το ταβάνι κι αν είστε τυχερός κι έχει κοντά παράθυρο, κάτι από ουρανό. Ο μονότονος ήχος των μόνιτορ είναι συνεχής. Αν και στο δωμάτιο μπορεί να βρίσκονται κι άλλοι ασθενείς, είστε αποκομμένοι σε μεγάλο βαθμό από συγγενείς και φίλους και η μόνη ανθρώπινη επαφή είναι με το προσωπικό του νοσοκομείου, τους γιατρούς και νοσηλευτές, που τρέχουν για να τους φροντίσουν όλους. Το μόνο που βλέπετε πίσω από τις μάσκες, τις στολές και τις ασπίδες προσώπου είναι τα μάτια τους. Δεν βλέπετε το πρόσωπό τους, αναγνωρίζετε μόνο τη φωνή και το περπάτημά τους.

Όσοι έχουν περάσει από αυτή τη θέση, νοσηλευόμενοι με κορονοϊό σε κάποιο νοσοκομείο, θυμούνται την απομόνωση που ένιωθαν όσο βρίσκονταν μόνοι με τις σκέψεις τους, χωρίς την παρουσία συγγενών και φίλων σε αυτή τη δύσκολη περιπέτεια της ζωής τους.

 

Ο Δημήτρης Σιδηρόπουλος είναι 33 ετών,  νόσησε και μας διηγείται την εμπειρία του

Μίλησε για τις στιγμές που πέρασε στο κρεβάτι της κλινικής Covid-19 που τον φιλοξένησε. «Δεν βλέπεις τίποτα, κανέναν άλλον. Αν δεν μπορείς και να μιλήσεις, η μόνη επαφή που μπορείς να έχεις είναι να κοιτάς λίγο δεξιά-αριστερά. Κοιτάς λίγο τι κάνει ο άλλος που είναι παραδίπλα ξαπλωμένος.

Η μόνη σου επαφή είναι με το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Έρχεται να σε ελέγξει, έρχεται για τα φάρμακα, αυτή είναι η μόνη σου επαφή με τον έξω κόσμο. Οι στολές τούς κάνουν όλους λίγο ίδιους, είναι δύσκολο να αναπτύξεις την επικοινωνία και τη σχέση που ενδεχομένως αναπτύσσεται σε μία άλλη νοσηλεία.

Πρέπει να εμπιστεύεσαι αυτόν τον άνθρωπο που σου λέει να κάνεις κάτι, έστω και αν βλέπεις μόνο τα μάτια του. Το αίσθημα της μοναξιάς είναι μεγάλο, διότι όσο είσαι αδύναμος δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με τον έξω κόσμο. Οι νοσοκόμοι βέβαια, το ιατρικό προσωπικό σε εμψυχώνουν. Σου λένε, “να το παλέψεις”, “να είσαι δυνατός”. Είχα αποδεχτεί το πρωτόκολλο που επέβαλλε ότι για λόγους προστασίας των δικών μου ανθρώπων δεν υπήρχαν επισκεπτήρια. Είναι σκληρό, αλλά παντού στο νοσοκομείο υπάρχει ο ιός».

«Κοιτάς το οξύμετρο, το μόνιτορ, είσαι συνέχεια με την αγωνία. “Είναι εντάξει το οξυγόνο;” “Ανεβαίνει το οξυγόνο;” Γιατί χτυπάει τώρα;” Είσαι συνέχεια σε επιφυλακή, δεν μπορείς να χαλαρώσεις. Όταν έγινε η εισαγωγή ήμουν μόνος στον θάλαμο. Δεν ξέρεις τι να σκεφτείς. Όλα περνάνε από το μυαλό σου μπερδεμένα... Όποιος πει ότι δεν φοβάται αυτή τη διαδικασία θα πει ψέματα» λέει ο κ. Σιδηρόπουλος.

Νοσηλεύτηκε σε έναν δίκλινο θάλαμο. Στην αρχή ήταν μόνος, στη συνέχεια έφεραν έναν 76χρονο που τις επόμενες ημέρες διασωληνώθηκε και στη συνέχεια ήρθε ένας κύριος λίγο μεγαλύτερός του.

«Οι ώρες δεν περνάνε. Δεν είσαι ξαπλωμένος με ένα βιβλίο για να μπορείς να διαβάσεις, δεν μπορείς να συγκεντρωθείς... από το μυαλό σου περνάνε μόνο οι σκέψεις “πώς πάω;”, “τι κάνω;”.

Οι μεγαλύτεροι άνθρωποι, που μπορεί να μην έχουν ένα smartphone ή κάτι τέτοιο, δεν ξέρω πώς μπορεί να το περνάνε... είναι κάτι δύσκολο. Εμείς οι νέοι είμαστε τυχεροί διότι έχουμε πάρα πολλούς τρόπους να επικοινωνούμε. Μου στέλνανε μετά από ένα σημείο πολλοί φίλοι μηνύματα στο whats app, στο messenger.

Τηλέφωνα δεν μπορούσα να σηκώσω, αλλά να τους απαντήσω έστω με λίγες λέξεις “πάμε καλύτερα”, αυτό μπορούσα να το κάνω. Έστω και αυτό ήταν μια πάρα πολύ καλή επαφή με τον έξω κόσμο.

Είχε τεράστια θετική επίδραση στην ψυχολογία, αν δηλαδή είσαι μόνος σου, σε έναν θάλαμο με το πρόβλημά σου και ξέρεις τουλάχιστον ότι οι συγγενείς σου, οι φίλοι σου σε σκέφτονται είναι πολύ σημαντικό. Μου έστελναν οι καθηγητές του πανεπιστημίου μου, παλιοί καθηγητές από το σχολείο, και κόσμος που μπορεί να μην είχαμε την τακτική καθημερινή επαφή, οπότε μετά από ένα σημείο βλέπεις ότι δεν είσαι μόνος και σε βοηθάει αυτό».

 

«Οι μεγάλοι σε ηλικία ασθενείς που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το κινητό είναι αποκομμένοι και είναι τραγικό αυτό. Βλέπεις πολλούς ασθενείς που χτυπάνε το κουδούνι και λένε, “σας παρακαλώ ελάτε, θέλω ένα ποτήρι νερό”, μετά από μισή ώρα που έχεις βγει θα χτυπήσουν ξανά και θα σου πουν για παράδειγμα, “δεν φτάνω το κομοδίνο”, είναι συγκεκριμένοι αυτοί οι άνθρωποι που τους βλέπεις ότι φοβούνται... Είναι πράγματα που δηλώνουν ότι θέλουν μια συνεχή παρουσία μέσα.

Και τι βλέπουν; Τίποτα. ακούνε μόνο τη φωνή σου, βλέπουν μόνο τα μάτια σου, πίσω από τα γυαλιά. Δεν βλέπουν τίποτα άλλο. Ούτε χαμόγελο, ούτε τίποτα...είναι τραγικό αυτό.

 

Η κατάσταση στις ΜΕΘ

Όλα αυτά συμβαίνουν στους θαλάμους των κλινικών Covid-19, όμως ασθενείς που νοσηλεύονται με κορονοϊό βρίσκονται και στις ΜΕΘ. Εκεί αυτοί που εισέρχονται ανήκουν σε δύο κατηγορίες: η πλειοψηφία αποτελείται από τους διασωληνωμένους (οι οποίοι δεν έχουν τις αισθήσεις τους) και υπάρχουν κι εκείνοι που μπαίνουν με υποστήριξη της αναπνοής όχι επεμβατικά, με high flow ή με μη επεμβατικό μηχανικό αερισμό, οι οποίοι έχουν τις αισθήσεις τους. Οι τελευταίοι, όπως μας αναφέρει η Νικολέττα Ροβίνα, επίκουρη καθηγήτρια Πνευμονολογίας και Εντατικής Θεραπείας που εργάζεται στη ΜΕΘ του Σωτηρία, μπορούν να έχουν κινητό μαζί τους, αν διαθέτουν, ώστε να επικοινωνούν με τους δικούς τους ανθρώπους.

Όμως «περνούν αρκετές μέρες μέσα σε έναν χώρο που δεν υπάρχει μέρα και νύχτα, όλο το 24ωρο είναι το ίδιο, τα μηχανήματα δουλεύουν όλο το 24ωρο, τα φώτα είναι ανοιχτά όλο το 24ωρο, τα αλάρμς χτυπάνε συνέχεια. Είναι ένα περιβάλλον που δεν είναι και πολύ ευχάριστο για έναν ασθενή που έχει τις αισθήσεις του. Οι ασθενείς νιώθουν πολύ μεγάλη μοναξιά μέσα στην μονάδα, δεν είναι μόνο η μοναξιά, είναι και φόβος το περισσότερο».

 

Τα επισκεπτήρια όπως είναι λογικό έχουν απαγορευτεί από τότε που ξεκίνησε η πανδημία και έτσι οι γιατροί έπρεπε να βρουν έναν εναλλακτικό τρόπο επικοινωνίας για όσους ασθενείς είναι ξύπνιοι. Ήδη από το πρώτο κύμα της πανδημίας, όπως μας λέει η κ. Ροβίνα, η ΜΕΘ τους είχε προμηθευτεί ένα τάμπλετ με το οποίο οι ασθενείς που έχουν τις αισθήσεις τους μπορούν να έρθουν σε επικοινωνία με τους συγγενείς τους:

«Με αυτόν τον τρόπο, γεφυρώνουμε λίγο αυτό το χάσμα που υπάρχει μεταξύ των συγγενών και των ασθενών. Βλέπουμε ότι το απόγευμα οι ξύπνιοι ασθενείς περιμένουν πότε θα έρθει η ώρα να τους καλέσουν οι δικοί τους στο τάμπλετ να μιλήσουν. Βέβαια οι περισσότεροι δεν μπορούν να μιλήσουν γιατί μπορεί να είναι ξύπνιοι αλλά να έχουν έναν σωλήνα, μια τραχειοστομία. Αλλά και μόνο η εικόνα, να βλέπεις τον συγγενή σου να σου λέει λόγια αγάπης, συμπαράστασης κι ας μην μπορείς εσύ να το εκφράσεις πίσω, είναι πολύ σημαντικά για την ψυχολογία των ασθενών. Τους βοηθάει πάρα πολύ, τους δίνει φοβερή δύναμη» προσθέτει.

Η ιδέα για το τάμπλετ στη ΜΕΘ, όπως μας εξηγεί η κ. Ροβίνα, ξεκίνησε από την ανάγκη που έβλεπαν ότι υπήρχε για επικοινωνία, όχι μόνο από την πλευρά των ασθενών. «Παίρναμε το μήνυμα και από τους συγγενείς, οι οποίοι και αυτοί ένιωθαν φοβερά άσχημα που δεν μπορούσαν να βλέπουν τους ανθρώπους τους. Σκεφτείτε τώρα να σας παίρνουν τηλέφωνο μετά από 10 μέρες νοσηλείας και να σας ενημερώνουν ότι ο ασθενής σας, που μπορεί να είναι ο πατέρας σας, η μητέρα σας ή ο αδερφός σας, πεθαίνει. Και δεν έχετε την επικοινωνία ούτε με τον ίδιο τον ασθενή ούτε και με τους ανθρώπους που τον φροντίζουν όλον αυτόν τον καιρό. Δεν είναι εύκολο, είναι πολύ δύσκολο όλο αυτό».

 

 

 

insidestory.gr/article