close search results icon

Θεσσαλία: Βασανιστικός θάνατος για 12 σκύλους και 3 πτηνά από δηλητηριασμένα δολώματα

Πρόκειται για ένα από τα πιο σοβαρά περιστατικά παράνομης χρήσης δηλητηριασμένων δολωμάτων στην Ελλάδα.

Δώδεκα σκύλοι, ένας καλαμόκιρκος, μία γερακίνα, μία κουρούνα και ένα κοτσύφι βρέθηκαν νεκρά σε ορεινή περιοχή της Θεσσαλίας, δηλητηριασμένα από παράνομα δολώματα.

Πρόκειται για ένα από τα πιο σοβαρά περιστατικά παράνομης χρήσης δηλητηριασμένων δολωμάτων στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια, καθώς στο πλαίσιο των ερευνών οι Ειδικές Μονάδες Ανίχνευσης Δηλητηριασμένων Δολωμάτων του Οργανισμού Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (ΟΦΥΠΕΚΑ), σε κοινά κλιμάκια με τα Δασαρχεία Λαρίσης και Τρικάλων εντόπισαν συνολικά 193 δηλητηριασμένα δολώματα.

Οπως επισημαίνει σε ανακοίνωσή του ο ΟΦΥΠΕΚΑ, την Κυριακή 17 Μαρτίου, η ΕΜΑΔΔ της Μονάδας Διαχείρισης Εθνικού Πάρκου Ολύμπου, ανταποκρινόμενη σε ανακοίνωση του Κυνηγετικού Συλλόγου Ελασσόνας που προειδοποιούσε για πιθανή ύπαρξη νεκρών ζώων από δηλητηριασμένα δολώματα, μετέβη σε ορεινή περιοχή ανάμεσα στον Νομούς Τρικάλων και Λαρίσης. Η εν λόγω ΕΜΑΔΔ πραγματοποίησε έρευνα και εντόπισε τα πρώτα δηλητηριασμένα δολώματα κατά μήκος ενός υποτυπώδους χωματόδρομου που διέτρεχε την ράχη ενός λόφου. Την επόμενη μέρα, η ΕΜΑΔΔ επισκέφτηκε ξανά την περιοχή, ενισχυμένη από την ΕΜΑΔΔ της Μονάδας Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών Θεσσαλίας και κατά την έρευνα τους εντόπισαν συνολικά 105 δολώματα!

Την Τετάρτη 20 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε μεγάλη επιχείρηση στην περιοχή από μικτό κλιμάκιο αποτελούμενο από προσωπικό του Δασαρχείου Λαρίσης, του Δασαρχείου Τρικάλων και τις δύο ΕΜΑΔΔ του ΟΦΥΠΕΚΑ, όπου και εντοπίστηκαν επιπλέον δηλητηριασμένα δολώματα. Ο συνολικός αριθμός των δολωμάτων που εντοπίστηκαν κατά τις τρεις έρευνες ανέρχεται στα 193, αριθμό που αποτελεί ρεκόρ για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά ίσως και σε βαλκανικό επίπεδο.

Δυστυχώς, όπως ήταν αναμενόμενο, στο συγκεκριμένο περιστατικό εντοπίστηκαν, πέρα από τα δηλητηριασμένα δολώματα, και αρκετά νεκρά ζώα και συγκεκριμένα: 12 σκύλοι, 1 καλαμόκιρκος, 1 γερακίνα, 1 κουρούνα και 1 κοτσύφι. Οι έρευνες στην περιοχή θα συνεχιστούν το επόμενο διάστημα, ενώ θα ακολουθηθούν οι προβλεπόμενες από τον νόμο διαδικασίες.

«Η ανεύρεση όλων αυτών των δολωμάτων και η αφαίρεση τους από το περιβάλλον είναι ύψιστης σημασίας, καθώς γλύτωσαν από βασανιστικό θάνατο τουλάχιστον ισάριθμα ζώα, χωρίς να λογαριάζουμε τα ανυπολόγιστα θύματα των δευτερογενών δηλητηριάσεων. Η διαχείριση ενός περιστατικού τέτοιου μεγέθους έγινε εφικτή μόνο χάρη στην άμεση κινητοποίηση και αποτελεσματική συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών και φορέων, τους οποίους και ευχαριστούμε θερμά», αναφέρει o διευθύνων σύμβουλος του ΟΦΥΠΕΚΑ, Κώστας Τριάντης.

Παράνομη και επιβλαβής πρακτική

Η χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων είναι μία κοινή πρακτική στην Ελλάδα, τόσο στις αστικές περιοχές όσο και στην ύπαιθρο, παρά το γεγονός ότι απαγορεύεται βάσει νομοθεσίας από το 1993. Τα δηλητηριασμένα δολώματα απειλούν τόσο την άγρια πανίδα όσο και τα οικόσιτα ζώα.

Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες απειλές που αντιμετωπίζουν τα σαρκοφάγα ζώα στην ύπαιθρο, με θύματα θηλαστικά όπως η αλεπού, ο λύκος και η αρκούδα και άγρια πουλιά -κυρίως πτωματοφάγα, όπως οι γύπες αλλά και Χρυσαετοί και άλλα μεγάλα αρπακτικά.

Ενδεικτικά, την εικοσαετία 2000 - 2020, στην Ελλάδα, έχασαν τη ζωή τους από δηλητηριασμένα δολώματα περισσότερες από 350 αλεπούδες σε πάνω από 100 περιστατικά δηλητηρίασης, ενώ το αμέσως επόμενο πιο πολυπληθές θύμα είναι το Όρνιο με περισσότερα από 200 άτομα να έχουν πεθάνει σε πάνω από 150 περιστατικά δηλητηρίασης. Και τα νούμερα αυτά αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου, καθώς υπολογίζεται πως μόνο το 10% των θυμάτων δηλητηρίασης εντοπίζονται και καταγράφονται.

Σε πολλές περιπτώσεις, αυτή η παράνομη πρακτική έχει οδηγήσει σχεδόν στην εξαφάνιση σπάνια και απειλούμενα είδη όπως ο Γυπαετός, ο οποίος έχει εξαφανιστεί από την ηπειρωτική Ελλάδα και πλέον απαντά μόνο στην Κρήτη, ο Μαυρόγυπας (που πλέον βρίσκεται μόνο στο Εθνικό Πάρκο της Δαδιάς-Λευκίμης-Σουφλίου) και ο Ασπροπάρης, το πιο απειλούμενο είδος πτηνού στη χώρα, με μόνο τέσσερα ζευγάρια να έχουν απομείνει σε όλη την επικράτεια.

Και ενώ οι γύπες δεν αποτελούν τον κύριο στόχο των δηλητηριασμένων δολωμάτων, καθώς δεν προκαλούν ζημιές σε κάποια ανθρώπινη δραστηριότητα, παρ’ όλα αυτά, πέφτουν συχνά θύματα δευτερογενούς δηλητηρίασης δεδομένου ότι από τη στιγμή που ένα δηλητηριασμένο δόλωμα τοποθετείται στη φύση, δεν υπάρχει τρόπος να ελεγχθεί ποιο είδος θα το καταναλώσει.

Με την τοποθέτηση ενός δολώματος ξεκινά μία αλληλουχία θανάτων

Επιπρόσθετα, με την τοποθέτηση ενός δολώματος ξεκινά μία αλληλουχία θανάτων καθώς, αν ένα ζώο πέσει θύμα δηλητηρίασης μετατρέπεται στη συνέχεια το ίδιο σε δηλητηριασμένο δόλωμα, οδηγώντας και άλλα ζώα σε δευτερογενή δηλητηρίαση. Ζώα πτωματοφάγα όπως οι γύπες, πέφτουν πολύ εύκολα θύματα δευτερογενούς δηλητηρίασης ακριβώς επειδή είναι στη βιολογία τους να «καθαρίζουν» τη φύση από τα κουφάρια των νεκρών ζώων. Όταν όμως το νεκρό ζώο που καταναλώνουν έχει πεθάνει από δηλητηρίαση, δηλητηριάζονται και εκείνοι, ενώ μπορεί να έχουν μεταφέρει μέρος του δολώματος αρκετά μακριά, ίσως ακόμα και στη φωλιά τους για να ταΐσουν τους νεοσσούς τους.

Οι επιπτώσεις όμως δεν περιορίζονται στην άγρια ζωή. Στο σύνολο των καταγεγραμμένων περιστατικών χρήσης δηλητηριασμένων δολωμάτων, το πιο συχνό θύμα είναι οι σκύλοι εργασίας.

Ταυτόχρονα τα δηλητηριασμένα δολώματα αποτελούν σοβαρή απειλή και για τη δημόσια υγεία καθώς οι τοξικές ουσίες που χρησιμοποιούνται είναι πολύ δραστικές, ενώ αρκεί μία μικρή ποσότητα για να προκαλέσει πολλούς θανάτους, όπως λένε οι ειδικοί.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΦΥΠΕΚΑ, η χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων στα Βαλκάνια και κατ’ επέκταση στην Ελλάδα ξεκίνησε στις αρχές του 20ού αιώνα και εντατικοποιήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε όλη την ελληνική ύπαιθρο.

Το 1981, όταν άρχισε να αυξάνεται η γνώση για τη δομή και τις λειτουργίες των οικοσυστημάτων, η χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων απαγορεύτηκε για το ευρύ κοινό, ωστόσο συνεχίστηκε η χρήση κυανιούχων αλάτων για τον περιορισμό των πληθυσμών της αλεπούς. Από το 1993 η χρήση κάθε είδους δηλητηριασμένου δολώματος έχει απαγορευτεί, για όλους ανεξαιρέτως στην ελληνική επικράτεια. Εντούτοις αυτά χρησιμοποιούνται ακόμη παρανόμως και η δηλητηρίαση της άγριας ζωής κάθε άλλο παρά έχει εξαλειφθεί στη χώρα μας.

Εκπαιδευμένοι σκύλοι στη μάχη κατά των δηλητηριασμένων δολωμάτων

Οι ειδικά εκπαιδευμένοι σκύλοι είναι οι πρωταγωνιστές στην ανίχνευση των δηλητηριασμένων δολωμάτων, καθώς όχι μόνο μπορούν να προλάβουν περιστατικά θανάτωσης, αλλά μέσω των αντικειμένων που θα εντοπίσουν, μπορούν να οδηγήσουν και στους δράστες. Σήμερα στην Ελλάδα λειτουργούν 12 Μονάδες Ανίχνευσης στελεχωμένες με 14 σκύλους, επτά εκ των οποίων ανήκουν στον ΟΦΥΠΕΚΑ, ενώ οι υπόλοιπες ανήκουν σε περιβαλλοντικές οργανώσεις (ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, εταιρεία Προστασίας Βιοποικιλότητας Θράκης) και την Α΄ Κυνηγετική Ομοσπονδία Κρήτης και Δωδεκανήσου – Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης/Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Η χρήση ειδικά εκπαιδευμένων σκύλων για την ανίχνευση δηλητηριασμένων δολωμάτων ξεκίνησε στην Ελλάδα το 2014 στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος LIFE+ «Η επιστροφή του Ασπροπάρη». Τότε, αποκτήθηκαν από την Ισπανία οι δύο πρώτοι εκπαιδευμένοι σκύλοι, που στην ουσία αποτέλεσαν τις πρώτες Ε.Μ.Α.Δ.Δ. στη χώρα και λειτουργούσαν για λογαριασμό της Ελληνικής ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗΣ Εταιρείας στα Μετέωρα και του WWF Ελλάς στη Δαδιά αντίστοιχα.

Πηγή: ethnos.gr, μέσω sdna.gr/newsroom

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑ